Το τελευταίο διάστημα υπάρχει ξανά κλιμάκωση της έντασης ανάμεσα στην Ουκρανία και τη Ρωσία, με αποκορύφωμα τις συγκρούσεις στην περιοχή του Ντονέτσκ που στοίχισαν τη ζωή σε τέσσερις Ουκρανούς στρατιώτες. Παράλληλα, ο Ουκρανός πρόεδρος Ζελένσκι στις 24 Μαρτίου ενέκρινε τη στρατηγική για την ανακατάληψη ουσιαστικά της Κριμαίας ως επίσημη πολιτική της Ουκρανίας.

Αυτό σημαίνει ότι η Ουκρανία αυτή τη στιγμή επισήμως δηλώνει ότι προετοιμάζεται για ενδεχόμενη επιχείρηση ανακατάληψης της Κριμαίας, την οποία το 2014 η Ρωσία ενσωμάτωσε εκ νέου στη δική της επικράτεια. Αυτή η απόφαση συνδυάστηκε με μια μαζική μεταφορά ουκρανικών αρμάτων μάχης προς τα ανατολικά και ακολουθεί μια σημαντική ενίσχυση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων με σημαντικό στρατιωτικό εξοπλισμό.

Σημαίνει επίσης ότι παρότι τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ θεωρούν παράνομη τη ρωσική επανενσωμάτωση της Κριμαίας, στοιχείο που άλλωστε έχει οδηγήσει και στην επιβολή κυρώσεων, στην τρέχουσα φάση της έντασης σε μεγάλο βαθμό η πρωτοβουλία ανήκει στην ουκρανική πλευρά.

Από τη μεριά της η Ρωσία έχει επίσης μεταφέρει δυνάμεις προς την Κριμαία και την ανατολική Ουκρανία, συμπεριλαμβάνων και επίλεκτων δυνάμεων, δείχνοντας ότι είναι έτοιμη για να απαντήσει σε ενδεχόμενη ουκρανική επιθετική πρωτοβουλία.

Το γεγονός ότι πρόσφατα ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Λόιντ Όστιν σε επικοινωνία του με τον Ζελένσκι υποσχέθηκε την «σταθερή υποστήριξη των ΗΠΑ στην Ουκρανική εθνική κυριαρχία», σηματοδοτεί ότι οι τρέχουσες ουκρανικές πρωτοβουλίες έχουν τη συναίνεση και την υποστήριξη των ΗΠΑ.

Η στρατηγική σημασία της σύγκρουσης

Η συγκεκριμένη σύγκρουση έχει σημαντικό ιστορικό βάθος. Ούτως ή άλλως για τη Ρωσία η Ουκρανία και ο προσανατολισμός της αποτέλεσε σημείο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος σε όλη τη μετασοβιετική εποχή και ήταν πάγια η αντίθεση σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και στον αμερικανικό αμυντικό σχεδιασμό.

Αντίστοιχα, για τις ΗΠΑ σταδιακά η εξασφάλιση καλών σχέσεων με την Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης και της ύπαρξης φιλοαμερικανικών κυβερνήσεων στο Κίεβο, αποτέλεσε προτεραιότητα. Η πολιτική κρίση του 2013-2014, με ανοιχτό το ερώτημα για τον βαθμό ανάμειξης των ΗΠΑ, η ενεργοποίηση των αντιθέσεων που διαπερνούσαν ούτως ή άλλως την Ουκρανίας (συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής και πολιτιστικής απόστασης ανάμεσα στο δυτικό και το ανατολικό τμήμα της χώρας), αλλά και ρωσική ανησυχία για μια βίαιη αλλαγή των συσχετισμών, πυροδότησε τόσο τις αποσχιστικές τάσεις γύρω από τη «Λαϊκή Δημοκρατίας του Ντονέτσκ» όσο τη εκκίνηση της διαδικασίας του δημοψηφίσματος για την επανένωση της Κριμαίας με τη Ρωσία.

Με τη σειρά τους οι ΗΠΑ θεώρησαν ότι αυτό τους έδινε το δικαίωμα να κλιμακώσουν την αντιπαράθεση με τη Ρωσία. Μάλιστα, αυτή ήταν σε μεγάλο βαθμό πολιτική των Δημοκρατικών, άλλωστε είναι χαρακτηριστικό ότι ιδίως στην περίοδο 2016-2017 μία από τις βασικές κριτικές που θα ασκήσουν οι Δημοκρατικοί στον Τραμπ θα είναι ότι ήθελε να ακολουθήσει μια «φιλορωσική» πολιτική, όπως φάνηκε και από όλη την αντιπαράθεση γύρω από τις ρωσικές παρεμβάσεις στις αμερικανικές εκλογές.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι που πρέπει να δούμε και τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν και τις οποίες εν μέρει θα ακολουθήσει και η ΕΕ, παρότι για αρκετές από τις χώρες της ΕΕ, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Γερμανία, οι οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία είναι ιδιαίτερα σημαντικές.

Η ίδια η Ρωσία έκανε σαφές ήδη από το «Πρωτόκολλο του Μινσκ» του 2014 ότι δεν επιθυμεί να προσαρτήσει τις «λαϊκές δημοκρατίες» της ανατολικής Ουκρανίας και ότι αυτό που θεωρεί ως λύση είναι να εξασφαλιστούν περιθώρια σχετικής αυτονομίας των περιοχών αυτών. Ως προς την Κριμαία υποστηρίζει ότι εφόσον η περιοχή ανήκε στη Ρωσία επί ΕΣΣΔ πριν παραχωρηθεί το 1954 στην Ουκρανία και εφόσον υπήρξε το δημοψήφισμα του 2014 δεν τίθεται επιστροφής της περιοχής στην Ουκρανία.

Η μάχη για τη Μαύρη Θάλασσα

Όλα αυτά σχετίζονται και με τον έλεγχο της ευρύτερης στρατηγικής περιοχής της Μαύρης Θάλασσας που εκτός όλων των άλλων συνδέεται και με σημαντικές ενεργειακές ροές, ενώ παράλληλα είναι μια κομβική περιοχή στη συνολική άρθρωση της ρωσικής άμυνας και άρα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος και για τις ΗΠΑ, που άλλωστε έχουν επενδύσει ιδιαίτερα στο να αυξηθεί ο συνολικός αριθμός των χωρών στην περιοχή με φιλοδυτικό προσανατολισμό. Αυτό εξηγεί και την ιδιαίτερη φόρτιση που προκάλεσε η εξέλιξη στην Κριμαία.

Η προσπάθεια της Ουκρανίας να οικοδομήσει συμμαχίες

Πλευρά της όλης αντιπαράθεσης και η προσπάθεια της Ουκρανίας να αποκτήσει διεθνή στηρίγματα πέραν της αμερικανικής υποστήριξης. Προχώρησε σε συμφωνία με το Κατάρ για ζητήματα ενέργειας.

Την ίδια στιγμή αναβαθμίζει και τις σχέσεις με την Τουρκία, όπως φάνηκε και στην επίσκεψη του Ερντογάν στην Ουκρανία στις 3 Φεβρουαρίου 2021, όταν ανάμεσα στα άλλα υπέγραψε και συμφωνία για την παροχή οικονομικής βοήθειας της Τουρκίας στην Ουκρανία για την προμήθεια και αμυντικού εξοπλισμού, κίνηση που εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια της Τουρκίας να αποκτήσει χαρακτηριστικά περιφερειακής δύναμης.

 Η Ευρώπη σε πίεση

Η όλη κατάσταση ασκεί αντικειμενικά πίεση στην Ευρώπη και ιδίως σε χώρες όπως η Γερμανία. Η προμήθεια ενέργειας από τη Ρωσία και κυρίως φυσικού αερίου αποτελεί βασική πλευρά μιας πάγιας προσπάθειας ώστε να μην υπάρχει μονομερής εξάρτηση της Ευρώπης από άλλες αγορές ενέργειας. Χωρίς το φυσικό αέριο από τη Ρωσία χώρες όπως η Γερμανία θα χρειάζεται να κάνουν εισαγωγές αερίου από αλλού, π.χ. υγροποιημένο σχιστολιθικό αέριο από τις ΗΠΑ. Επιπλέον, το φυσικό αέριο είναι κομβικό στην ευρωπαϊκή στρατηγική για την απεξάρτηση από τον γαιάνθρακα.

Αυτό εξηγεί και την γερμανική απόφαση για ολοκλήρωση του αγωγού Nord Stream 2, αλλά και τις συνεχιζόμενες αμερικανικές πιέσεις ώστε να μην ολοκληρωθεί, συμπεριλαμβανομένης της απειλής κυρώσεων.

Μια ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση της έντασης στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο θα συνεπάγεται και ακόμη μεγαλύτερη ρήξη των ΗΠΑ και της Ρωσίας και άρα ακόμη πιο ισχυρές κυρώσεις.

Το ενδεχόμενο κλιμάκωσης

Παρότι στο διεθνή Τύπο είναι συχνές οι αναφορές σε «ρωσική επιθετικότητα», στην τρέχουσα φάση το κλειδί θα είναι εάν η ουκρανική πλευρά θα δοκιμάσει να προχωρήσει σε μια επιθετική κίνηση επιδιώκοντας να αλλάξει το συσχετισμό στα ανατολικά, θεωρώντας ότι σε αυτή την περίπτωση θα έχει έναν ευνοϊκό διεθνή συσχετισμό, κάτι που φαίνεται και στην προσπάθεια της ουκρανικής κυβέρνησης να εμπλέξει το ΝΑΤΟ στην αντιπαράθεση. Ωστόσο ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι λογικό να ενεργοποιήσει μια πολύ ισχυρή ρωσική αντίδραση, που πιθανώς να επιδιώξει να εξασφαλίσει μια σαφή ουκρανική ήττα. Αυτό, με τη σειρά του, στην πραγματικότητα θα σηματοδοτεί ότι ο «Νέος Ψυχρός Πόλεμος» θα πάρει μια αρκετά πιο θερμή και επικίνδυνη εκδοχή.

Προς το παρόν, το Κρεμλίνο προσπαθεί να υποβαθμίσει την όλη εξέλιξη, υποστηρίζοντας ότι απλώς παίρνει μέτρα για να διασφαλίσει τα σύνορά της, με τον Σεργκέι Λαβρόφ να υπογραμμίζει ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανία αναγνωρίζουν τον κίνδυνο από μια «θερμή σύγκρουση» με τη Ρωσία και ότι ελπίζει ότι δεν θα παρασυρθούν από πολιτικούς που με τη σειρά τους θα παρασυρθούν από τη Δύση και τις ΗΠΑ και να συμπληρώνει: «ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν το είπε πριν λίγο καιρό και η δήλωσή παραμένει επίκαιρη, ότι αυτοί που θα προσπαθήσουν να ξεκινήσουν έναν νέο πόλεμο στο Ντονμπάς θα καταστρέψουν την Ουκρανία».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο