«Η Αμερική επιστρέφει, η διατλαντική συμμαχία επιστρέφει»: με αυτόν τον τρόπο θέλησε ο Τζο Μπάιντεν, στην πρώτη ομιλία του ενώπιον ενός παγκοσμίου ακροατηρίου, εν προκειμένω της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια, να υπογραμμίσει την αλλαγή εξωτερικής πολιτικής που ευαγγελίζεται και το πόσο διαφέρει αυτή από το «Πρώτα η Αμερική» που είχε διακηρύξει ο Ντόναλντ Τραμπ όταν επέλεξε να στραφούν οι ΗΠΑ σε μια λογική μονομερών αποφάσεων και πρωτοβουλιών.

Ωστόσο μέχρι στιγμής η υπόσχεση αυτή για αυξημένη συνεννόηση με τους συμμάχους και για επιστροφή στη λογική της διπλωματίας και του διαλόγου όχι μόνο δεν έχει υλοποιηθεί. Αντίθετα, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ δείχνει να κινείται πολύ περισσότερο με τη λογική «η Αμερική εναντίον όλων», με επιθετικές κινήσεις τόσο απέναντι στους αντιπάλους ή ανταγωνιστές των ΗΠΑ όσο και απέναντι σε συμμάχους.

Γιατί δεν υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος να περιγραφεί το γεγονός ότι την περασμένη εβδομάδα, οι ΗΠΑ κατάφεραν να απειλήσουν με κυρώσεις μέσα σε λίγες μέρες τη Γερμανία, την Ινδία, τη Ρωσία και την Κίνα.

Η αντιπαράθεση με την Ινδία για τους S-400

Υποτίθεται ότι τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ έχουν επενδύσει ιδιαίτερα στην καλή σχέση με την Ινδία. Ο λόγος είναι προφανής: η Ινδία είναι μια μεγάλη χώρα, που μέσα στα επόμενα χρόνια θα είναι η πρώτη σε πληθυσμό στον πλανήτη και έχει μια μακρά ιστορία αντιπαραθέσεων με την Κίνα. Οι ΗΠΑ θα ήθελαν να ενσωματώσουν την Ινδία μέσα σε μια κρίσιμη «τετράδα» φιλοαμερικανικών χωρών στη Νοτιοανατολική Ασία και τον Ειρηνικό που περιλαμβάνει εκτός από την Ινδία, την Ιαπωνία, την Νότια Κορέα και την Αυστραλία, και που αποσκοπεί στο να είναι ένας τρόπος ανάσχεσης των φιλοδοξιών της Κίνας στον Ειρηνικό.

Ωστόσο, μάλλον δεν ήταν ο καλύτερος τρόπος για να σφυρηλατηθεί αυτή η αμυντική σχέση και η αντικινεζική συμμαχία την οποία επιδιώκουν οι ΗΠΑ το να πηγαίνει ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Λόιντ Ώστιν στην Ινδία και σε συνάντησή του με τον Ινδό ομόλογό του περίπου να απειλεί με κυρώσεις σε περίπτωση που η Ινδία προχωρήσει στην προμήθεια ρωσικών πυραυλικών συστοιχιών S-400. «Σαφώς προτρέπουμε όλους τους συμμάχους μας, τους συνεργάτες μας να κινηθούν μακριά από το Ρωσικό εξοπλισμό […] και να αποφύγουν κάθε είδος προμηθειών που θα πυροδοτούσαν κυρώσεις από τη μεριά μας», υπογράμμισε. Και μπορεί να μη συζητήθηκαν κυρώσεις, εφόσον η Ινδία δεν έχει ακόμη προχωρήσει σε σχετικές προμήθειες, όμως το μήνυμα ήταν σαφές. Ούτε είναι τυχαίο ότι πριν την επίσκεψη του Ώστιν, ο γερουσιαστής Μπομπ Μενέντεζ επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, είχε ζητήσει από τον υπουργό να επαναλάβει την αμερικανική αντίθεση στην προμήθεια των ρωσικών οπλικών συστημάτων.

Ωστόσο,  η Ινδία έχει καταβάλει μια προκαταβολή 800 εκατομμυρίων δολαρίων στη Ρωσία το 2019 και αναμένει τις συστοιχίες αργότερα μέσα στη χρονιά, ενώ έχει δηλώσει κατ’ επανάληψη ότι επιθυμεί να έχει εναλλακτικές επιλογές ως προς τις αμυντικές της προμήθειες.

Σε κάθε περίπτωση, η απειλή κυρώσεων μάλλον δεν είναι τρόπος για την οικοδόμηση της αμυντικής συνεργασίας.

 Η απειλή κυρώσεων για τον αγωγό Nord Stream 2

Όταν κανείς αναφέρεται σε διατλαντική συνεργασία, είναι προφανές ότι αυτή δεν μπορεί να περιοριστεί στην «ειδική σχέση» των ΗΠΑ με τη Μεγάλη Βρετανία. Το κλειδί είναι η ηπειρωτική Ευρώπη, ξεκινώντας από τη Γερμανία.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε ό,τι μπορούσε για να αποξενώσει την ευρωπαϊκή πλευρά στη διάρκεια της θητείας του, συμπεριλαμβανομένης της στάσης του έναντι της Γερμανίας, που κατά βάση την κατηγορούσε ότι δεν συνεισφέρει αρκετά στις αμυντικές δαπάνες του ΝΑΤΟ. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί γενικά στην Ευρώπη είδαν με ανακούφιση την εκλογή Μπάιντεν.

Όμως, ο αμερικανός Πρόεδρος και το επιτελείο του θέλουν να παρασύρουν τη Γερμανία ακόμη πιο βαθιά στη στρατηγική του νέου Ψυχρού Πολέμου. Όμως, χώρες όπως η Γερμανία επιθυμούν μια διαφορετική ισορροπία. Δεν έχουν πρόβλημα με κυρώσεις πάνω σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όμως δεν επιθυμούν συνολική ρήξη και σίγουρα θέλουν παράλληλα να διατηρήσουν αμοιβαία επωφελείς οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί στη Γερμανία υπάρχει μια ευρύτερη συναίνεση γύρω από το σχέδιο του αγωγού Nord Stream 2, παρότι η γερμανική κυβέρνηση δεν είναι αντίθεση στις κυρώσεις στη Ρωσία σε άλλα ζητήματα. Όμως, ταυτόχρονα θέλει να έχει εναλλακτικές επιλογές στην ενέργεια, κάτι που οι ΗΠΑ αρνούνται να δεχτούν, με τον Άντονι Μπλίνκεν να επαναλαμβάνει την απειλή κυρώσεων εναντίον οποιασδήποτε εταιρείας συμμετέχει στην κατασκευή του αγωγού.

Η νέα κλιμάκωση με τη Ρωσία

Σε αυτό το φόντο, προφανώς η νέα κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία φαντάζει αναμενόμενη. Ωστόσο και εδώ ο τρόπος που επελέγη να γίνει αυτό, με τον Αμερικανό πρόεδρο να αποκαλεί τον Ρώσο ομόλογό του «δολοφόνο», που «δεν έχει ψυχή» και που θα «πληρώσει ακριβά» την ανάμειξή του στις εκλογές του 2020, ρητορική που είχε δεκαετίες να ακουστεί από δυτικό ηγέτη, μάλλον παραπέμπει σε μια γενικευμένη επιθετικότητα και διάθεση ανοίγματος όλων των μετώπων, παρά σε ένα σχέδιο για την αντιμετώπιση της «ρωσικής απειλής». Το πόσοι από τους συμμάχους των ΗΠΑ είναι διατεθειμένοι να ακολουθήσουν σε μια τέτοια ανοιχτή κλιμάκωση δεν είναι καθόλου δεδομένο, ιδίως σε μια συγκυρία όπου η αναμέτρηση με τις υγειονομικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας φαντάζει σημαντικότερη πρόκληση από το βάθεμα των γεωπολιτικών διαιρέσεων.

Η αδυναμία διαλόγου με την Κίνα

Υποτίθεται ότι οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν την Κίνα ως μια άμεση απειλή, σε αντίθεση με τη Ρωσία, αλλά ως μια πιο συνολική γεωπολιτική πρόκληση για το επόμενο διάστημα και ως έναν «στρατηγικό ανταγωνιστή» για την πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο σύστημα.

Μια τέτοια εκτίμηση κανονικά θα άφηνε και περιθώρια διαλόγου με την Κίνα, ώστε να αποφεύγονται περιττές εντάσεις και ο ανταγωνισμός να λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα πλαίσιο «κανόνων».

Όμως, πολύ απείχε από μια τέτοια εικόνα η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών και των συμβούλων εθνικής ασφαλείας, με τις δύο αντιπροσωπείες να ανταλλάσουν αρκετά βαριούς χαρακτηρισμούς κατά τη διάρκεια του δημόσιου μέρους της συνάντησής στους στην Αλάσκα.

Η επιθετικότητα ως υποκατάστατο στρατηγικής

Όλα αυτά παραπέμπουν στην πραγματικότητα σε μια στρατηγική αμηχανία που διαπερνά όλες τις τάσεις του αμερικανικού πολιτικού, διπλωματικού και στρατιωτικού κατεστημένου.

Η αμηχανία αυτή προκύπτει μέσα από το κοινό νήμα – ανεξαρτήτως διαφορετικών ρητορικών επιλογών – επιμονής στην με κάθε κόστος επιβεβαίωση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας χωρίς συνολικότερη εξέταση των όρων που θα έκαναν μια αμερικανική ηγεμονία αποδεκτή ή και επιθυμητή σε ένα ευρύτερο φάσμα χωρών. Ουσιαστικά, είναι ως εάν οι ΗΠΑ να επιδιώκουν σε αυτή τη φάση μια διαρκή όξυνση όλων των ανοιχτών μετώπων, ώστε να μπορούν να δικαιολογούν τη ρητορική του «Νέου Ψυχρού Πολέμου» και σε αυτή τη βάση να πιέζουν για συστράτευση, αδιαφορώντας για το τι πραγματικά θα ήθελαν οι σύμμαχοί τους.

Σε μια τέτοια προοπτική το “America first” και το “America is back” είναι πολύ πιο κοντά, από όσο υποστηρίζουν Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο