Δεν ξέρω αν είναι χαρακτηριστικό της ελληνικής φυλής ή αν το έχουν κι άλλοι λαοί, αλλά οι λεγόμενοι «ισαποστάκηδες» είναι αυτοί που διαλύουν τη χώρα.

Ολοι εκείνοι οι τύποι που βλέπουν, γνωρίζουν, ακούνε ή απλά αντιλαμβάνονται αλλά δεν μιλάνε για να μην εμπλακούν. Και για να μη φανούν ότι παίρνουν το μέρος του ενός ή του άλλου.

Από τον γείτονα τον… ωχαδερφιστή που ακούει στο διπλανό διαμέρισμα να κάνουν τόπι τη γυναίκα ή το παιδί και δεν μιλάει, δεν καταγγέλλει. Για να τα έχει καλά με τους γειτόνους.

Κι από όλους εκείνους που ενώ ξέρουν ότι συμβαίνει ένα έγκλημα, και μάλιστα διαρκείας, αλλά… μούγκα για να μην κακοχαρακτηριστούν ή για να μην αναγκαστούν να διαλέξουν στρατόπεδο.

Ισαποστάκηδες που δεν κάνουν τίποτε, ακόμη κι αν βρομάει ο τόπος από σκάνδαλα και ανουσιουργήματα.

Για σκεφτείτε τι γινόταν στο χώρο του θεάτρου και θα καταλάβετε την απάντηση στο ερώτημα «γιατί τώρα», γιατί μίλησαν.

Ολοι γνώριζαν αλλά κανείς δε μιλούσε. Ο συγγραφέας, ο ηθοποιός, ο θεατρικός κριτικός, ακόμη και η… ταξιθέτρια και η ταμίας που κόβει εισιτήρια γνώριζαν.

Ηξεραν ότι μεγάλος, ισχυρός και… διακεκριμένος διευθυντής – σκηνοθέτης, παρενοχλούσε άνδρες ηθοποιούς. Και γνώριζαν ότι κάτι έτρεχε με ανήλικα παιδιά, ότι κάτι συνέβαινε με βιασμούς.

Ολοι γνώριζαν τον κύριο «πάρτον», που… διέταζε οποιαδήποτε γυναίκα εμφανιζόταν σε κάποιο έργο του.

Κι όλοι γνώριζαν για τον άλλο κωμικό που παρενοχλούσε σεξουαλικά κοριτσάκια που θα μπορούσαν να είναι κόρες του.

Οταν όλοι γνώριζαν και δε μιλούσαν τότε πώς να μιλήσει το θύμα που είναι όμηρος της τραγωδίας του, του φόβου της καταστροφής του ή της χλεύης από τους «παρατηρητές»;

Φτάνει πια με τους ισαποστάκηδες και τους γραψαρ@@@ες, ειδικά όταν μιλάμε για βιασμούς, για ωμές σεξουαλικές παρενοχλήσεις ανδρών και γυναικών, για λεκτική ή ψυχολογική βία.

Φτάνει πια με όλους εκείνους που βγαίνουν και λένε «όλοι ξέραμε, όμως, τι να κάνουμε;» Ή όσους λένε ανακουφισμένοι ή με κάποια αυταρέσκεια: «Ευτυχώς εμένα δεν μου την έπεσαν».

Οι βολεμένοι, οι παραδομένοι στους… (αν)ήθικους κανόνες είναι και οι ίδιοι θύτες και πρέπει να λογοδοτήσουν που επέτρεψαν να συμβαίνουν όλα αυτά τα θλιβερά.

Αλλά κυρίως που αυτές τις ημέρες επιτρέπουν να τσουβαλιάζεται ο θύτης και το θύμα. Ο θύτης να μπαίνει στο ίδιο ράφι με αυτόν που υπέστη τα όσα υπέστη.

Υπάρχουν κάποιοι τύποι σαν τον Γονίδη που δικαιολογούν ακόμη και τον βιασμό λέγοντας λίγο – πολύ: «Τα ήθελε, τι πήγε στο σπίτι του».

Υπάρχουν και όλοι εκείνοι που δεν δίνουν δεκάρα για όσα καταγγέλλονται, δεν μένουν στο γεγονός ότι παιδιά και κορίτσια βιάστηκαν ή ανήλικα «ψωνίστηκαν» από κάποια πλατεία, από μερικούς μεγαλόσχημους του καλλιτεχνικού (κι όχι μόνο) χώρου.

Αντί να είναι οργισμένοι και καταγγελτικοί με τα εμετικά γεγονότα που αποκαλύπτονται προτιμούν να παίρνουν ίσες αποστάσεις. Ντροπή.

Προσοχή. Δεν δικάζεται κανείς προτού καταγγελθεί, επιβεβαιωθεί ένα γεγονός και καταδικαστεί. Ακόμη κι αν αυτό δεν ενέχει ποινικές συνέπειες, είναι σε κάθε περίπτωση ηθικά κολάσιμο.

Δεν δικάζεται και δεν στοχοποιείται κανένας στη λογική «να το λιντσάρουμε τώρα που τον βρήκαμε».

Ο σύγχρονος πολιτισμός, μια χώρα προηγμένη, δεν μπορεί να δέχεται λογικές επικήρυξης ή κρεμάλας. Αλλωστε, το λόγο έχει η Δικαιοσύνη, εφόσον υπάρχουν ποινικές ευθύνες.

Όμως, καλύτερη τιμωρία δεν υπάρχει από την κοινωνική και επαγγελματική απαξίωση που θα νιώσουν όλα αυτά τα καθάρματα.

Εκτός όμως από τους άμεσους θύτες υπάρχουν και οι έμμεσοι. Οι ισαποστάκηδες, οι παρτάκηδες, που ήξεραν αλλά δεν μιλούσαν. Είτε στο θέατρο, είτε στον αθλητισμό, είτε στην πολιτική κ.λπ.

Αυτοί δεν θα δικαστούν ποτέ, αλλά έχουν τεράστιο μερίδιο ευθύνης για όλα όσα μας κάνουν να αισθανόμαστε ντροπή αυτές τις ημέρες.

Ηρθε η ώρα να τελειώσουμε και μ’ αυτούς.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο