Με ποιαν έννοια μπορούμε να μιλάμε για μια κοινή ευρωπαϊκή κουλτούρα; Πριν απαντήσω σε αυτό το ερώτημα, θα ήθελα να κάνω μια εισαγωγή, γιατί νομίζω ότι ορισμένοι από σας αναρωτιούνται σε τι τους χρησιμεύει η Ευρώπη με όλες τις γραφειοκρατικές περιπλοκές της, ενώ θα έπρεπε να ασχολούμαστε με τα ιδιαίτερα προβλήματα της χώρας μας ή της περιοχής μας, στέλνοντας στον διάβολο πρόσωπα που μιλούν ακατανόητες γλώσσες. Θα αναφέρω λοιπόν ορισμένους αριθμούς. Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο του 1914-1918 υπήρξαν στην Ευρώπη 9 εκατομμύρια νεκροί. Λίγοι, αν τους συγκρίνουμε με τους ευρωπαίους νεκρούς του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Χωρίς να λογαριάζουμε τις ανθρώπινες απώλειες του πολέμου στον Ειρηνικό, έχουμε 41 εκατομμύρια νεκρούς. Δεν είμαι βέβαιος αν ο υπολογισμός αυτός συμπεριλαμβάνει και τα έξι εκατομμύρια Εβραίων και τα δύο εκατομμύρια τσιγγάνων που εξοντώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, οπότε ο αριθμός θα ανέβαινε στα 49 εκατομμύρια. Θυμίζω όμως ότι η Ευρώπη άρχισε κοπιαστικά να διαμορφώνεται ως σύνολο λαών (καθένας τους με μια διάλεκτο και έπειτα με μια διαφορετική εθνική γλώσσα) από τα τέλη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ότι σε αυτή την πορεία αιώνων υπήρξαν αδιάκοπες σφαγές. Τις έχετε μελετήσει στο σχολείο, από τις βαρβαρικές εισβολές ως τον Εκατονταετή Πόλεμο και έπειτα τον Τριακονταετή Πόλεμο, τον πόλεμο των επτά ετών, τους πολέμους της διαδοχής, τους θρησκευτικούς πολέμους, τη λεηλασία της Ρώμης, μέχρι τους Ναπολεόντειους Πολέμους (4 εκατομμύρια νεκροί, και μόνο στο Βατερλό το βράδυ κείτονταν στο έδαφος 41.000 πτώματα).

Εσείς ευτυχώς δεν γνωρίζετε τι είναι πόλεμος. Δεν γνωρίζετε τι σημαίνει να περιμένεις τη νύχτα μήπως σου πέσει καμιά βόμβα στο κεφάλι· ή, όπως συνέβη στον πατέρα μου, να παρακολουθήσεις την καταστροφή ενός δημοτικού σχολείου, όπου κάτω από τις βόμβες θάφτηκαν ζωντανά όλα τα παιδιά· ή, όπως συνέβη σε μένα, να υποφέρεις το κρύο και την πείνα στην ύπαιθρο, όπου είχαμε καταφύγει, να βλέπεις στον ορίζοντα τις λάμψεις των βομβαρδισμών στην πόλη σου. Κι όλα αυτά ενώ δεν ήξερα αν ο πατέρας μου είναι ακόμα ζωντανός και το έμαθα μετά από τρεις μέρες, επειδή είχαν κοπεί οι τηλεφωνικές γραμμές, δεν κυκλοφορούσαν πια τα τρένα, και ο πατέρας μου μπόρεσε να μας βρει όταν ήρθε με ποδήλατο το Σάββατο, και αφού πέρασε δύο σταθμούς ελέγχου, έναν των φασιστών και έναν των ανταρτών, με δύο διαφορετικές άδειες διέλευσης στις τσέπες και προσέχοντας να μην κάνει λάθος στην τσέπη. Ή θα μπορούσε να σας συμβεί, όπως συνέβη σε πολλούς από τους παππούδες σας, να σας στείλουν να πεθάνετε παγωμένοι στο ρωσικό χιόνι φορώντας παπούτσια από συμπιεσμένο χαρτόνι. Ή να καταντήσετε σαν σαρδέλα σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, αν είσαστε τυχεροί και δεν καταλήξετε σε ένα θάλαμο αερίων.

Γιατί ξαναθυμίζω αυτά τα πράγματα; Επειδή, για πρώτη φορά σε 1.500 χρόνια ιστορίας, από το 1945 ως σήμερα είχαμε σχεδόν εβδομήντα χρόνια αδιάκοπης ειρήνης (με εξαίρεση μια σύγκρουση στα Βαλκάνια, που ήταν τρομερή, αλλά τοπική και αρκετά σύντομη).

Εσείς είστε τα τέκνα εβδομήντα χρόνων ειρήνης. Ίσως η ειρήνη σάς προκαλεί πλήξη, αλλά, αν δεν ήταν αυτά τα εβδομήντα χρόνια, εσείς ίσως να μην είχατε γεννηθεί ή θα πεθαίνατε στα εφτά σας χρόνια παίζοντας στα ερείπια και σκοντάφτοντας σε μια βόμβα που δεν είχε εκραγεί. Αντίθετα πολλοί από σας μπορούν όχι μόνο να ζουν ειρηνικά στη χώρα τους, αλλά να βιώνουν την περιπέτεια του προγράμματος Erasmus και να γνωρίζουν πώς ζουν και σπουδάζουν οι νέοι σε άλλες χώρες.

Γιατί απολαμβάνετε αυτή την τύχη; Επειδή φωτισμένα πρόσωπα, που ονομάζονταν Αλτιέρο Σπινέλι, Αλτσίντε ντε Γκάσπερι, Κόνραντ Αντενάουερ, Ρομπέρ Σουμάν και άλλοι, θεμελιωτές της ενωμένης Ευρώπης, κατανόησαν ότι όχι μόνο εξαιτίας πολιτικών και οικονομικών αναγκαιοτήτων, αλλά και για βαθύτερους λόγους πολιτισμικής ενότητας, έπρεπε να αναγνωρίσουν την ήπειρό μας ως κοινή πατρίδα. Έστω και αν σήμερα η Ευρώπη μιλάει 24 γλώσσες.

Θα μιλήσω στη συνέχεια για το πώς μπορούμε να ζούμε σε μια πατρίδα όπου μιλούν 24 διαφορετικές γλώσσες, αλλά μην ξεχνάμε ότι υπάρχει μια μικρή χώρα, η οποία ευημερούσε στην πορεία των αιώνων, παρά το γεγονός ότι οι πολίτες της μιλούν τέσσερις διαφορετικές γλώσσες, και αυτή η χώρα είναι η Ελβετία. Μπορούμε να μιλάμε, παρά τη διαφορετικότητα των γλωσσών, για μια κοινή ευρωπαϊκή κουλτούρα; Όλη η ευρωπαϊκή σκέψη αναπτύχθηκε με βάση το υπόδειγμα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, και αν πάρετε τον καθεδρικό ναό του Μπούργκος στην Ισπανία και εκείνον της Κολωνίας στη Γερμανία, θα αντιληφθείτε βέβαια ότι είναι πολύ διαφορετικοί, αλλά τόσο εμείς όσο και ένας μη Ευρωπαίος κατανοούμε αμέσως ότι αυτοί οι ναοί έχουν κάτι το κοινό σε σχέση με μια κινεζική παγόδα, ένα μουσουλμανικό τέμενος ή έναν ινδικό ναό.

Από την αρχή η Ευρώπη είχε μια δική της αρχιτεκτονική, πρώτα τη ρωμανική, έπειτα τη γοτθική, έπειτα τις διάφορες αναγεννήσεις, την μπαρόκ, τη ροκοκό, τη νεοκλασική, τη λίμπερτι. Και ενώ υψώνονταν από δύση σε ανατολή ανάλογα οικοδομήματα, με τη γέννηση των ιερατικών πανεπιστημίων πλάνητες διάφορων γλωσσών (οι οποίοι όμως μιλούσαν όλοι τους τα λατινικά ως κοινή γλώσσα) ταξίδευαν από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο, και στην Μπολόνια, στο πρώτο πανεπιστήμιο του κόσμου, περνούσαν ο Κοπέρνικος και ο Έρασμος από το Ρότερνταμ, ο Παράκελσος και ο Ντίρερ.

Ας μη λησμονούμε ότι όλη η μεσαιωνική φιλοσοφική κουλτούρα ήταν ευρωπαϊκή χωρίς διάκριση εθνικότητας. Ο Θωμάς ο Ακινάτης δίδασκε στο Παρίσι, ο άγγλος Όκαμ και ο ιταλός Μαρσίλιο υποστήριζαν την υπόθεση του γερμανού αυτοκράτορα (για να μη μιλήσουμε για τον Δάντη), ενώ όλα τα επικά ποιήματα και οι ιστορίες για το Άγιο Δισκοπότηρο μετανάστευαν μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας, Ισπανίας και Γερμανίας για να φτάσουν στην Ιταλία της Αναγέννησης. Εκείνη την εποχή οι ιταλοί τραπεζίτες πήγαιναν στη Φλάνδρα για να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους, ο Λεονάρντο έφτανε στη Γαλλία, στην αυλή του Φραγκίσκου Α΄, ως «πρώτος ζωγράφος, αρχιτέκτονας και μηχανικός του βασιλιά».

Όλες οι ευρωπαϊκές κουλτούρες επηρεάστηκαν από τον Δάντη και από τον Σέξπιρ, ο οποίος από τη μεριά του εμπνεόταν από την ιταλική τέχνη της νουβέλας. Όταν πηγαίνετε στην όπερα ή σε ένα κοντσέρτο κλασικής μουσικής, αν πηγαίνετε, συνήθως δεν αναρωτιέστε σε ποια χώρα ανήκαν ο Βέρντι ή ο Μπετόβεν, ο Χέντελ ή ο Μότσαρτ, ο Βιβάλντι ή ο Σοπέν, ο Ραβέλ ή ο Ντε Φάλια. Απολαμβάνετε τη μουσική ως κάτι που είναι κοινό σε μιαν ολόκληρη ήπειρο. […]

Ιδού τι βρίσκεται στη βάση της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας: ένας μακρύς διάλογος μεταξύ λογοτεχνιών, φιλοσοφιών, μουσικών και θεατρικών έργων. Τίποτα δεν μπορεί να την εξαλείψει, ούτε και ένας πόλεμος, και πάνω σε αυτή την ταυτότητα θεμελιώνεται μια κοινότητα που αντιστέκεται στο πιο μεγάλο από τα εμπόδια, στο γλωσσικό εμπόδιο. […]

*Απόσπασμα από διάλεξη που είχε δώσει ο Ουμπέρτο Έκο στο μέγαρο του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας  το Νοέμβριο του 2014 (επιμέλεια Θανάση Γιαλκέτση, «Εφημερίδα των Συντακτών»).

Ο Ουμπέρτο Έκο (Umberto Eco), φημισμένος σημειολόγος, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, κριτικός λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος, γεννήθηκε στην Αλεσάντρια του Πιεμόντε στις 5 Ιανουαρίου 1932 και απεβίωσε στο Μιλάνο στις 19 Φεβρουαρίου 2016.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο