Πώς να πω τι απομένει; Είναι όμως το τέλος. Ή μήπως ήταν όνειρο, μπας και ονειρεύομαι; Όχι, όχι, τίποτα απ’ όλ’ αυτά, άλλωστε και το όνειρο τι είναι, ένα τίποτα, και το χειρότερο, με σημασία.

(«Το ηρεμιστικό», μτφρ Εριφύλη Μαρωνίτη)

Οι αναμνήσεις σε σκοτώνουν. Δεν πρέπει λοιπόν να σκέφτεσαι όσα αγαπάς, ή μάλλον καλύτερα να τα σκέφτεσαι, γιατί ειδάλλως διατρέχεις τον κίνδυνο να τα βρεις, λίγο λίγο, στο μυαλό σου. Να τα σκέφτεσαι λοιπόν για λίγο, πολλές φορές την ημέρα, κάθε μέρα, μέχρι να βουλιάξουν για πάντα στο βούρκο. Είναι βασικό.

(«Διωγμένος», μτφρ Εριφύλη Μαρωνίτη)

Είχα τόσο ξεσυνηθίσει να μιλώ, που το στόμα μου άνοιγε μερικές φορές, από μόνο του, αρθρώνοντας λέξεις ή και φράσεις, σωστά συντεταγμένες αλλά εντελώς στερημένες αν όχι νοήματος, γιατί ο προσεκτικός θα ανακάλυπτε κι ένα και περισσότερα, πάντως ερείσματος. Άκουγα όμως την κάθε λέξη μόλις αποσωνόταν. Πότε άλλοτε η φωνή μου δεν άργησε τόσο πολύ να με φτάσει όπως σε τούτη την περίσταση.

(«Πρώτος έρωτας», μτφρ Εριφύλη Μαρωνίτη)

Ναι, στη ζωή μου, αφού πρέπει να τη λέω έτσι, υπήρχαν τρία πράγματα, η ανικανότητα να μιλήσω, η ανικανότητα να σωπάσω, και η μοναξιά, μ’ αυτά έπρεπε να τα βγάλω πέρα.

(«Ο ακατονόμαστος», μτφρ Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου)

Όλα περασμένα. Ποτέ τίποτε άλλο. Όλα δοκιμασμένα. Όλα αποτυχημένα. Χωρίς σημασία. Να προσπαθήσεις ξανά. Να αποτύχεις ξανά. Να αποτύχεις καλύτερα.

(«Ολοταχώς προς το χειρότερο», μτφρ Θωμάς Συμεωνίδης)

Ο Σάμιουελ Μπέκετ υπήρξε ένας πραγματικός διανοούμενος, ένας άνθρωπος των γραμμάτων, που εντρύφησε στην τέχνη, στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνία, προπάντων δε στη γλώσσα αυτήν καθαυτήν.

Πέραν τούτων, ο Μπέκετ υπήρξε αγωνιστής της Αντίστασης κατά των ναζί στη Γαλλία, αλλά και νομπελίστας από το 1969 (Νόμπελ Λογοτεχνίας).

Λίγα λόγια για τη ζωή και το έργο του

Ο Σάμιουελ Μπέκετ (Samuel Beckett) είχε γεννηθεί στο Foxrock της Ιρλανδίας, κοντά στο Δουβλίνο, στις 13 Απριλίου 1906.

Σπούδασε γαλλική και ιταλική φιλολογία στο Trinity College του Δουβλίνου.

Το 1928 γνώρισε στο Παρίσι τον ιρλανδό λογοτέχνη Τζέιμς Τζόις, με τον οποίον έμελλε να αναπτύξει στενή φιλική σχέση, ενταχθείς μάλιστα στον κύκλο του.

Το 1937 ο Μπέκετ εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γαλλία, όπου και έζησε έως το τέλος της ζωής του.

Ασχολήθηκε με όλα τα είδη του γραπτού λόγου: ποίηση, δοκίμιο, μυθιστόρημα, θέατρο.

Τα έργα του Μπέκετ διακρίνονται για τη δύναμη και την εκφραστική ποιότητα, τον απόλυτο πεσιμισμό και την ιδιότυπη αίσθηση του τραγικού, τη θλίψη, τον καγχασμό και το φαρμακερό χιούμορ, πάνω απ’ όλα όμως για την πίστη στην ίδια τη γραφή, ως μοναδικό τρόπο να προσεγγίσουμε μέχρις ενός βαθμού το άφατο και το ανέκφραστο.

Ο Μπέκετ έγινε ευρύτερα γνωστός χάρη στο περίφημο θεατρικό έργο του «Περιμένοντας τον Γκοντό» (1952), που προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση όταν ανέβηκε στη σκηνή.

Το έργο αυτό επέτρεψε να αναδειχθεί και η υπόλοιπη εξαιρετική θεατρική γραφή του Μπέκετ, γέννημα μιας χρονικής περιόδου σαράντα περίπου ετών, που επηρέασε και εξακολουθεί να επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την όλη θεατρική δημιουργία, το όλο θεατρικό γίγνεσθαι.

Ειδικότερα στη χώρα μας, η φήμη του Μπέκετ οφείλεται κατά κύριο λόγο στις υπέροχες παραστάσεις των θεατρικών έργων του από τον Κάρολο Κουν και τον Μίνωα Βολανάκη.

Στα σημαντικότερα συγγραφικά πονήματα του Μπέκετ συγκαταλέγεται η λεγόμενη «πρώτη τριλογία» («Μολόι», «Ο Μαλόν πεθαίνει» και «Ο ακατονόμαστος»), πεζογραφήματα που γράφτηκαν στην περίοδο μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και δημοσιεύτηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Τα κείμενα της λεγόμενης «ύστερης ή τελευταίας τριλογίας» του Μπέκετ γράφτηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980: «Συντροφιά» (1980), «Άσχημα ιδωμένο, άσχημα ειπωμένο» (1981) και «Ολοταχώς προς το χειρότερο» (1983).

Ο Μπέκετ απεβίωσε στο Παρίσι στις 22 Δεκεμβρίου 1989.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο