Δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία, ακόμη και σε εποχή πανδημίας, να ισοπεδώνονται τα πράγματα και η πρώτη τυχούσα ηθοποιός που έτυχε να κάνει δυο «επιτυχίες» στην τηλεόραση να αντιμετωπίζεται, έστω ως προοπτική, σαν Κατίνα Παξινού ή ένας νεότευκτος βουλευτής που εκ του ασφαλούς και υπολογιστικά εκφράζεται με προκλητικό τρόπο να λογαριάζεται όπως ένας με ευδόκιμη πολυετή θητεία πολιτικός. Η έλλειψη κριτηρίων, έστω και αν η αυστηρή εφαρμογή τους όταν υπάρχουν μπορεί να έχει στοιχίσει και να έχει αποκλείσει καριέρες που θα αποδεικνύονταν λαμπρές, προκαλεί έναν πνευματικό αποσυντονισμό και κυρίως μια υπονόμευση της γλώσσας σε βαθμό που κάνει την ίδια τη ζωή άνοστη και πρόσφορη σε κάθε είδους παρεξήγηση και παρερμηνεία. Ετσι ώστε να έχουμε ως αποτέλεσμα αυτό που κατήγγειλε πριν από πενήντα πέντε χρόνια ο Αγγελος Τερζάκης γράφοντας «είδαμε τη μικροαστή να μεταπηδάει στην πορνεία νομίζοντας πως καταξιώνεται κοινωνικά».

Δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς πόσοι το πρόσεξαν και πόσοι σε σχέση με όσους το πρόσεξαν αγανάκτησαν ή αδιαφόρησαν, οργίστηκαν ή το θεώρησαν ως κάτι φυσικό. «Λύσσαξαν» κυριολεκτικά τα επίσημα κυβερνητικά ανακοινωθέντα, την προηγούμενη κυρίως εβδομάδα, να λένε για το αν θα λειτουργήσουν και πότε τα κομμωτήρια και οι εκκλησίες. Ακριβώς όπως το διαβάζετε, δίπλα δίπλα τα κομμωτήρια και οι εκκλησίες.

Σάμπως να μην υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσά τους και είτε μιλάμε για κομμωτήρια είτε για εκκλησίες να πρόκειται για ένα και το αυτό και όσο θα βάραινε το επ’ αόριστον κλείσιμο των μεν το ίδιο θα μετρούσε ο παροπλισμός των δε. Δεν έχει σημασία αν πιστεύει ή δεν πιστεύει κανείς, ή αν θεωρεί πως για ισορροπία του κοινωνικού συνόλου η ομαλή λειτουργία των κομμωτηρίων είναι σημαντικότερη σε σχέση με το αν οι εκκλησίες θα μπορούν να δεχτούν στο εσωτερικό τους ελάχιστους ή πολλούς πιστούς. Αυτά όσο κι αν φαίνονται κεφαλαιώδους σημασίας προβληματισμοί είναι στην ουσία εντελώς αμελητέου ενδιαφέροντος σκέψεις. Το πρωτεύον είναι μια αίσθηση ροκανίσματος ενός συνειδησιακού υπεδάφους σεβόμενου ή μη, ένθεου ή άθεου, που γνωρίζει χάρη σε μια «πληροφορία» που ο καθένας τη φέρνει μέσα του χωρίς να την έχει διδαχτεί πως δεν γίνεται να εξισώνεις τα κομμωτήρια με τις εκκλησίες και να μη γίνεσαι αυτόματα οπαδός κάθε είδους διάκρισης.

Βέβαια όσο και αν η εξίσωση των κομμωτηρίων με τις εκκλησίες είναι μια «αβλεψία» της εξουσίας είτε πρόκειται για τη συμπολιτευόμενη είτε για την αντιπολιτευόμενη εξουσία, δεν μπορεί να παρακάμψει κανείς το γεγονός πως θα παρέμενε ανεπίδοτη και δεν θα έπεφτε ως σπόρος στην κοινή ανθρώπινη συνθήκη αν η τελευταία δεν προσφερόταν για αυτή την ανώμαλη γονιμοποίηση. Την εικονογράφησε θαυμάσια μια γυναίκα στην τηλεόραση, επίσης την περασμένη εβδομάδα, απαντώντας σε σχετική ερώτηση που της έγινε: «Τι λέτε καλέ, εδώ συζητάμε για το αν θα ανοίξουν τα καταστήματα και θα ασχολούμαστε με τις εκκλησίες;». Σίγουρη πως εξέφραζε έναν λόγο επαναστατικό, θα χρειαζόταν ένα πολυετές φροντιστήριο για να καταλάβει πως έλεγε κάτι βαθιά οπισθοδρομικό.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο