Ενα από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν στην υπόθεση της άγριας δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου είναι το γεγονός ότι ένας εκ των βασικών κατηγορουμένων καταγράφηκε από τις κάμερες, μετά το περιστατικό, να σκουπίζει ήρεμα τον χώρο όπου είχε λάβει χώρα η δολοφονία, αλλά και να κάνει δηλώσεις. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτή ήταν μια προσπάθεια να συγκαλύψει την ευθύνη του. Πολύ φοβάμαι ότι εν μέρει ήταν και μια αίσθηση ότι στην πραγματικότητα δεν είχε ευθύνη, ότι υπήρχε ένας βαθμός «κανονικότητας» στην έκρηξη βαναυσότητας και βίας που είχε προηγηθεί.

Αντίστοιχα, όταν είχε έρθει εκείνες τις ημέρες ένα βίντεο που έδειχνε αστυνομικούς να ασκούν βία σε έναν ήδη βαριά τραυματισμένο Ζακ Κωστόπουλο, είχε προκαλέσει σάλο η δήλωση ενός εκ των συνδικαλιστών της αστυνομίας, που όχι μόνο είχε δικαιολογήσει αυτή τη βαναυσότητα αλλά είχε σπεύσει να συμπληρώσει ένα κυνικό «σ’ όποιον αρέσει» για να υπογραμμίσει ότι αυτές οι βίαιες αστυνομικές πρακτικές είναι όχι μόνο θεμιτές και ενδεδειγμένες, αλλά και πέραν οποιασδήποτε κριτικής.

Αναρωτιέται κανείς τι είναι αυτό που κάνει στα μάτια ανθρώπων θεμιτή ή ακόμη και φυσιολογική αυτή την πρακτική που παραπέμπει σε λιντσάρισμα ενός ανθρώπου που ήταν εμφανώς τραυματισμένος και αδύναμος. Και η λέξη λιντσάρισμα δεν είναι τυχαίο ότι επανήλθε τόσες φορές στη συζήτηση αυτής της δολοφονίας. Δεν είναι μόνο ο συνδυασμός ανάμεσα σε αυτή την ομαδική έκρηξη βαναυσότητας και την αδιαφορία – κάποιοι συνέχιζαν να πίνουν παραδίπλα τον καφέ τους. Κυρίως είναι αυτή η αντιμετώπισή μιας τέτοιας βίας ως φυσιολογικής. Οπως ακριβώς στις Ηνωμένες Πολιτείες τα λιντσαρίσματα όχι μόνο αποτελούσαν διαδεδομένη πρακτική, αλλά υπήρχε και η συνήθεια τα μέλη του όχλου που πραγματοποίησε το λιντσάρισμα μετά να φωτογραφίζονται μπροστά από το απαγχονισμένο και συχνά απανθρακωμένο πτώμα του θύματός τους (τα «παράξενα φρούτα» που κρέμονται από τα δέντρα για να θυμηθούμε το σχετικό συγκλονιστικό τραγούδι της Μπίλι Χόλιντεϊ) και οι φωτογραφίες αυτές να κυκλοφορούν ως καρτ ποστάλ.

Διαιρετικές γραμμές

Το γεγονός ότι το πρόσωπο – και το σώμα – το οποίο δέχτηκε αυτή την έκρηξη βαναυσότητας ήταν αυτό ενός ανθρώπου που συνδύαζε μια σειρά από ιδιότητες – ομοφυλόφιλος, ακτιβιστής της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, drag performer ως Zackie Oh!, οροθετικός που εργαζόταν εθελοντικά για την ορατότητα και τα δικαιώματα των ανθρώπων που ζουν με HIV – απλώς έρχεται να υπογραμμίσει τον τρόπο που το μίσος δεν είναι ποτέ μια παρέκκλιση από έναν κανόνα ευπρέπειας και ομαλής κοινωνικής συμβίωσης· το μίσος έρχεται πάντα να υπογραμμίσει διαιρετικές γραμμές που διαπερνούν την κοινωνία, αντιθέσεις που ορίζουν το υπόβαθρο της όποιας «κανονικότητας» και διαρκώς αναπαράγουν τον άλλον ως αντικείμενο αυτού του μίσους.

Ομως, αυτό που έχει σημασία είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερη ποιότητα μίσους. Δεν μιλάμε απλώς για εχθρότητα, αντιπαλότητα ή μισαλλοδοξία, έννοιες που αναγνωρίζουν στον άλλον την ιδιότητα του υποκειμένου. Το μίσος που εκφράζεται με το αμέριμνο σκούπισμα κατόπιν της έκρηξης βίας ή με το «σ’ όποιον αρέσει» είναι μια βία ιδιαίτερη. Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν στη δεκαετία του 1990 επέστρεψε στον homo sacer, μια έννοια του αρχαίου ρωμαϊκού δικαίου που όριζε μια ζωή που είναι ταυτόχρονα φονεύσιμη (δηλαδή ικανή να θανατωθεί ατιμωρητί) και άθυτη (που δεν μπορεί να αποτελέσει θυσιαστήρια προσφορά) για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες μορφές κυριαρχίας όσους αντιμετωπίζουν μια ακραία «κατάσταση εξαίρεσης». Και εάν κανείς παρατηρήσει τη σύγχρονη πραγματικότητα θα δει αρκετά παραδείγματα ζωών που αντιμετωπίζονται με αυτό τον τρόπο: τους πνιγμένους πρόσφυγες στα νερά της Μεσογείου, τις «παράπλευρες απώλειες» ενός υποτίθεται «χειρουργικής ακρίβειας» βομβαρδισμού, τον μετανάστη που συνάντησε μια συμμορία νεοναζί, το θύμα ενός «υπερβάλλοντος αστυνομικού ζήλου», τον Ζακ εκείνο το μεσημέρι του Σεπτέμβρη 2018.

Γιατί η βία, ακόμη και η βία του όχλου της οδού Γλάδστωνος, δεν υφίσταται ποτέ χωρίς τις σχέσεις εξουσίας που συγκροτούν τη συνθήκη της δυνατότητάς της, σχέσεις εξουσίας που αφορούν το πώς οι άνθρωποι ορίζουν τη ζωή τους, την εργασία τους, την κίνησή τους, τα σώματά τους, τη σεξουαλικότητά τους, σχέσεις εξουσίας που δεν υλοποιούνται μόνο από οργανωμένους κρατικούς θεσμούς, αλλά και τη διάχυτη πολλαπλότητα των καθημερινών πρακτικών και νευμάτων μέσα στην κοινωνική ζωή που τις αναπαράγουν, φέρνοντάς την καθεμιά και τον καθένα μας αντιμέτωπο με το εάν θα συμβάλουμε στην αναπαραγωγή της βαναυσότητας ή στη σύγκρουση με αυτήν. Μια ηθική επιταγή που συνεπάγεται ότι δεν έχουμε την επιλογή να είμαστε απλοί θεατές της βίας: γιατί τότε, πολύ απλά, θα είμαστε συνένοχες και συνένοχοι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο