Του Λέανδρου Ρακιντζή

Όποιος  σπέρνει ανέμους θερίζει θύελλες  λέει  σοφά ο λαός μας. Η απόπειρα δολοφονίας  στη Βούλα δεν ήταν μόνο  ένα απλό  ξεκαθάρισμα  λογαριασμών μεταξύ μελών του υποκόσμου, όπως φαίνεται με πρώτη ανάγνωση, αλλά μια από τις θύελλες, που τώρα θερίζομε από τους ανέμους, που χωρίς  αιδώ με ιδιοτελείς σκοπούς   όλοι μας σπείραμε μπορεί και ανεπαίσθητα, αλλά κυρίως  το κομμάτι  της ελληνικής κοινωνίας από το οποίο  έχομε τις περισσότερες απαιτήσεις δηλαδή  από την άρχουσα τάξη  των πολιτικών, του επιστημονικού κατεστημένου, του πνευματικού  κόσμου και των ΜΜΕ, που πολλές φορές ενδιαφέρεται για τα ίδια συμφέροντα και όχι για  το δημόσιο συμφέρον.

Η συζήτηση αυτή μπορεί να θυμίζει κουβέντες καφενείου,  σκοπός μου όμως  δεν είναι να δείχνει ο ένας τον άλλο με το δάκτυλο και να λέει εσύ φταις, γιατί δεν αναζητούνται ευθύνες,  άλλωστε όταν πρόκειται περί πολλών, οι ευθύνες διαχέονται με αποτέλεσμα να μη ευθύνεται κανείς, αλλά να προσδιορίσομε τους τομείς, που με κοινή συναίνεση κάτι μπορεί να διορθωθεί.

Αυτή τη περίοδο διανύομε μία πρωτοφανή έξαρση εγκληματικότητας με δολοφονίες διεθνών και ημεδαπών μελών του υποκόσμου κυρίως εμπόρων ναρκωτικών, απόπειρα κατά δημοσιογράφου, ανατινάξεις  ΑΤΜ και επιχειρήσεων ενδεχομένως με εισαγομένους εκτελεστές, που έχει προκαλέσει  αίσθημα ελλείψεως δημοσίας ασφαλείας στις παλιές αστικές συνοικίες των Αθηνών με γερασμένο πληθυσμό, που κλείνεται νωρίς φοβισμένος στα σπίτια του.

Λ. Ρακιντζής

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αστυνομικό, αλλά δικαστικό και σε τελική ανάλυση πολιτικό. Είναι γεγονός, ότι το τελευταίο διάστημα η Αστυνομία είχε αρκετές επιτυχίες, που αποδεικνύει  τις δυνατότητες της, είχε όμως και κάποια μελανά σημεία από τη όσμωση αστυνομικών και υποκόσμου, όπως προκύπτει  από κάποιες  περιπτώσεις που δόθηκαν στη δημοσιότητα, όπως των 170 υπόπτων του υπόκοσμου, με τους οποίους συνεργάζονται και αστυνομικοί, τις τηλεφωνικές συνομιλίες των οποίων υπέκλεψε η ΕΥΠ.

Έχω όμως την απορία πότε θα περατωθεί η ογκώδης αυτή δικογραφία με τόσα υπόλογα  πρόσωπα από μία πταισματοδίκη που της ανατέθηκε η προκαταρκτική εξέταση. Θα ήταν σκόπιμο για οικονομία χρόνου και ουσιαστικά αποτελέσματα οι υποθέσεις με πολλούς εμπλεκομένους  να διαχωρίζονται σε επί μέρους υποθέσεις  τόσο κατά τη προδικασία όσο κατά τη κυρία διαδικασία.

Κλασσικό παράδειγμα προς αποφυγή η δίκη της Χρυσής Αυγής, που άρχισε πριν πέντε χρόνια και δεν έχει τελειώσει ακόμα σε πρώτο βαθμό.

Οι αστυνομικοί εκφράζουν ένα δίκαιο παράπονο όταν με ηρωισμό και κίνδυνο της ζωής τους  συλλαμβάνουν επικινδύνους κακοποιούς , που προσάγουν στα δικαστήρια  και οι δικαστές τους αφήνουν ελεύθερους. Σε  αυτό φταίει ο νόμος, που  σε περίπτωση αναβολής δικασίμου στα  αυτόφωρα  πλημμελήματα  δεν επιτρέπει τη κράτηση του υποδίκου.

Το πρόβλημα  μπορεί να λυθεί με νομοθετική ρύθμιση, αλλά  μολονότι έχει επισημανθεί πολλές φορές  το Υπουργείο Δικαιοσύνης δείχνει, ότι δεν έχει καταλάβει τις κοινωνικές επιπτώσεις και το αίσθημα αδικίας, που νοιώθουν τα θύματα, όταν μπροστά τους στο δικαστήριο αφήνονται ελεύθεροι επικίνδυνοι εγκληματίες. Νομίζω, ότι μετά τη πρόσληψη  των αστυνομικών με τις πανελλήνιες εξετάσεις  έχει βελτιωθεί κατά πολύ η ποιότητα και η συμπεριφορά τους.

Η Δικαιοσύνη αποτελεί τη βασικότερη λειτουργία του κράτους, γιατί είναι ο τελικός κριτής όλων των ζητημάτων. Κατά το Σύνταγμα  είναι τελείως ανεξάρτητη και αυτοδιοίκητη, αλλά πολλοί νομίζουν  με επίκληση συγκεκριμένων πρακτικών, ότι υποκρύπτεται  ενίοτε κυβερνητική εξάρτηση κυρίως λόγω του τρόπου επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Δεν νομίζω, όμως  ότι στη χώρα μας αξίζει η 83η θέση μεταξύ 143χωρών  στον πίνακα δικαστική ανεξαρτησία, που πρόσφατη διεθνής έκθεση μας κατέταξε.

Βραδύτητα

Τα προβλήματα της δικαιοσύνης είναι τα καθημερινά, όπως  η βραδύτητα απονομής της, που έχει φθάσει στα όρια της αρνησιδικίας, καθόσον  οι πολιτικές αποφάσεις εκδίδονται στο οκτάμηνο από τη συζήτηση τους, οι δε ποινικές στα όρια της παραγραφής. Εάν δεν επιλυθούν τα προβλήματα της δικαιοσύνης με αμέριστη συνεργασία δικαστών και Πολιτείας στο τέλος η δικαιοσύνη θα χάσει την αξιοπιστία της και θα αυτοαναιρηθεί. Δυστυχώς ο συνδικαλισμός  μπήκε βαθειά στο δικαστικό σώμα και αυτή τη στιγμή μαίνεται με δημοσιότητα εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των συνδικαλιστικών παρατάξεων, εξαρτάται πλέον από τους  δικαστές πως θα λήξει η δυσάρεστη αυτή κατάσταση.

Ο νέος Ποινικός Κώδικας, που είναι η τελευταία πράξη του ΣΥΡΙΖΑ  πριν τη διάλυση της Βουλής , έφερε ανατροπές στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης  κυρίως στα οικονομικά αδικήματα της απιστίας, που το κατέστησε ως κατά έγκληση διωκόμενο με αποτέλεσμα σε πολύ σοβαρές υποθέσεις με καταχρήσεις τεραστίων ποσών, όπως των ΤΤ και της  ΓΕΝΟΠ –ΔΕΗ  να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη για έλλειψη εγκλήσεως.

Ο νέος Π.Κ. διέλυσε οτιδήποτε είχε απομείνει  όρθιο στη ποινική δικαιοσύνη και  είναι μια θύελλα ,που θα μας ταλαιπωρεί  για πολλά χρόνια. Μεταξύ των άλλων  κατάργησε την παρεπόμενη ποινή της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων και ως εκ τούτου ακόμα και οι καταδικασθέντες  σε ισόβια κάθειρξη  και ισόβια στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων, τα ανέκτησαν και μπορούν να εκλεγούν βουλευτές. Ελπίζω, ότι η δικαστική πρακτική  και οι νομοθετικές παρεμβάσεις θα επαναφέρουν στη κανονικότητα τη δικαιοσύνη.

Τέλος παρατηρώ μία διστακτικότητα  εκ μέρους του κ. Υπουργού Δικαιοσύνης  να υλοποιήσει κάποιες εξαγγελίες του όπως την υποβολή ερωτήματος στο ΑΔΣ για την αντικατάσταση της κ. Τουλουπάκη από τη θέση της εισαγγελέως διαφθοράς.

Λέανδρος Ρακιντζής

Αρεοπαγίτης ε.τ.

Γράψτε το σχόλιό σας