Η λεπτή κόκκινη γραμμή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το μεγάλο ερώτημα

Σε οριακό σημείο βρίσκεται πλέον η κατάσταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, και οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί δημιουργούν την αίσθηση ότι Ελλάδα και Τουρκία βρίσκονται στο παρά πέντε μιας σύγκρουσης η οποία μπορεί να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Η παρατεταμένη τουρκική επιθετικότητα σε συνδυασμό με τη σχεδόν ανησυχητική «απραξία» στρατηγικών εταίρων της χώρας μας να παρέμβουν και να «πείσουν» τον Ερντογάν ότι κινείται σε λάθος δρόμους, προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία στην Αθήνα.

Την ελληνική κυβέρνηση, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες από διάφορες πλευρές, στην πραγματικότητα την ανησυχεί σοβαρά όχι τόσο το αν η Τουρκία επιχειρήσει να αμφισβητήσει έμπρακτα τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας (αυτό θεωρείται περίπου δεδομένο, πρέπει να σημειωθεί…), αλλά το γεγονός ότι οι βασικοί «παίκτες» στη διεθνή σκακιέρα δείχνουν απρόθυμοι να τραβήξουν το αφτί του «σουλτάνου».

Η ανησυχία αυτή δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι οι πυρετώδεις παρασκηνιακές διπλωματικές κινήσεις στις οποίες έχει επιδοθεί η ελληνική πλευρά, δεν φαίνεται να έχουν αποτέλεσμα. Ο αμερικανικός παράγων, παρά τις προσπάθειες (πρέπει να του αναγνωριστούν…) του πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα Τζέφρι Πάιατ, εξάντλησε, επί του παρόντος τουλάχιστον, τα όρια της παρέμβασής του, σε μια δήλωση ενός των βοηθών υφυπουργών του υπουργού Εξωτερικών, και όχι όπως θα περίμενε κανείς του ιδίου του υπουργού κ. Πομπέι ή ακόμη και του Λευκού Οίκου.

 

Η δε Μόσχα δεν φαίνεται καν να ασχολείται με το θέμα της τουρκικής επιθετικότητας που αποτελεί θρυαλλίδα για την εύθραυστη ούτως ή άλλως περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η στάση αυτή, πρέπει να αποδοθεί στο ουσιαστικό «πάγωμα» των ελληνορωσικών σχέσεων που συνέβη επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ και υπουργίας Νίκου Κοτζιά, και είχε κορυφωθεί με εκατέρωθεν απελάσεις διπλωματικών υπαλλήλων, επειδή δήθεν είχαν ενεργό ρόλο στην οργάνωση αντικυβερνητικών διαδηλώσεων για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Υποστηρίζεται ότι το τελευταίο διάστημα και μετά την πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα έγιναν συγκεκριμένες κινήσεις από πλευράς του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, προκειμένου να «ξεπαγώσουν» οι σχέσεις με το καθεστώς Πούτιν, αλλά όλες οι πρωτοβουλίες «έπεσαν σε τοίχο».

Με την κυβέρνηση Τραμπ στις ΗΠΑ να κλονίζεται από τις χαοτικές αντιδράσεις για τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, και τη ρωσική κυβέρνηση να έχει επιλέξει ως στρατηγικό της εταίρο την Τουρκία, η ελληνική κυβέρνηση έχει απομείνει μόνο με τη λεκτική συμπαράσταση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία όμως δεν έχει την παραμικρή επίδραση στη στρατηγική της τουρκικής κυβέρνησης, δεδομένου ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει εδώ και καιρό αφυδατώσει τη σχέση του με την Ευρώπη.

 

Στο πλαίσιο αυτό η ελληνική κυβέρνηση μεθοδεύει έναν νέο γύρο αναζήτησης στηριγμάτων στην Ευρώπη, αρχής γενομένης από τη γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ και τον γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν. Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αποκλείεται (αν το επιβάλλουν οι εξελίξεις) να επιδιώξει να έχει μαζί τους κατ’ ιδίαν συναντήσεις στην προσεχή Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ενωσης, σε μια προσπάθεια να εκμαιεύσει μια πιο ενεργή, και εν τοις πράγμασι πιο αποτελεσματική στήριξη. Θα απαιτήσει, προφανώς, οι πιέσεις να είναι τέτοιου επιπέδου ώστε να λειτουργήσουν αποτρεπτικά στους τουρκικούς σχεδιασμούς. Ειδική περίπτωση συνιστά η Βρετανία, η οποία επίσης τηρεί αποστάσεις ασφαλείας από Ελλάδα και Τουρκία, αρνούμενη να ταχθεί με το μέρος του ενός ή του άλλου, αν και έχει βολιδοσκοπηθεί, και αυτή, σχετικά. Η ελληνική διπλωματία πάντως τη θεωρεί ως την πιο κοντινή, στην Τουρκία, ευρωπαϊκή χώρα.

 

Κάτω από αυτό το πρίσμα, γίνεται φανερό ότι είναι εντελώς ανεδαφική η τακτική της ελληνικής κυβέρνησης να κοιμίζει ουσιαστικά τον ελληνικό λαό, επιτρέποντας να προβάλλονται μια σειρά θεωριών του τύπου «ο Ερντογάν έχει πολλά εσωτερικά προβλήματα για να αντέξει και θερμό επεισόδιο με την Ελλάδα» ή ότι «η Τουρκία βρίσκεται στα πρόθυρα οικονομικής κατάρρευσης άρα δεν αντέχει οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά μια σύγκρουση στο Αιγαίο». Ή να απορρίπτει αναφανδόν και χωρίς δεύτερη συζήτηση προτάσεις όπως αυτή του καθηγητή Αγγελου Συρίγου, να επεκτείνει άμεσα, χθες πιο εμφαντικά, τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια, ακριβώς εκεί όπου η Τουρκία σχεδιάζει να διεξαγάγει έρευνες επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Απόψεις του είδους «με 25 δισ. δολάρια αποθεματικό, μόνο πόλεμο δεν κάνεις» μοιάζουν να κερδίζουν χώρο σε μια πολιτική τάξη που έχει ανάγκη να ακούσει ότι και η τωρινή κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις θα είναι «άκαπνη» και ως εκ τούτου, όπως ανέβηκε το θερμόμετρο έτσι εύκολα και θα πέσει. Μόνο προχθές Τετάρτη, φάνηκε να ταράζονται κάπως τα ακίνητα νερά της λίμνης: ο υπουργός Εθνικής Αμυνας δήλωσε στη Βουλή ότι «η Ελλάδα δεν παρακολουθεί. Ενίοτε δείχνει και τα δόντια της», για να προσθέσει ακόμη το «η αντίδραση της χώρας θα είναι ισχυρή», υπενθυμίζοντας τη θετική για τη χώρα διαχείριση της κρίσης στον Εβρο.

Παράγοντες της ελληνικής πολιτικής ζωής, με γνώση της κατάστασης που διαμορφώνεται, υποστηρίζουν ότι η τακτική του εφησυχασμού, ουδέν συνεισφέρει, και πως δεν προσφέρεται για τη σφυρηλάτηση ενός αρραγούς εθνικού μετώπου. Οι παράγοντες αυτοί θεωρούν εν τέλει ότι σε αυτή τη φάση αποτελεί λάθος χειρισμών το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν έχει προειδοποιήσει τους πολίτες ότι η τουρκική επιμονή στην αμφισβήτηση εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, ενδεχομένως θα απαντηθεί και με στρατιωτικά μέσα.

Θεωρούν ακόμη ότι αυτή η στάση επιπλέον ρίχνει νερό στον κλειστό μέχρι τώρα μύλο της Ακροδεξιάς που έχει αρχίσει ήδη να κάνει ασκήσεις εθνικιστικής κακοφωνίας.

Στον αντίποδα, όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει η στάση του Μεγάρου Μαξίμου, το οποίο δεν παραδέχεται ότι ανησυχεί. Αντιθέτως δείχνει προς τα έξω την εικόνα μιας «ήρεμης δύναμης» η οποία – όπως μου τόνισε χαρακτηριστικά κυβερνητικό στέλεχος συναρμόδιο για τα εθνικά θέματα – «δεν παρακολουθεί απαθής, ούτε σύρεται από τις απειλές και την προκλητικότητα της άλλης πλευράς», αλλά «σχεδιάζει, προκρίνει και αν χρειαστεί θα υλοποιήσει αυτά που έχει αποφασίσει».

 

Αναλυτής επί διπλωματικών θεμάτων ο οποίος παρακολουθεί ως εκ της θέσεώς του τις κινήσεις της τουρκικής διπλωματίας, αλλά και τη ρητορική του κ. Ερντογάν και των τούρκων αξιωματούχων, εκτιμά ότι «στη φάση που βρίσκεται το τουρκικό καθεστώς, ο τούρκος πρόεδρος θα το σκεφτεί διπλά και τριπλά να ανοίξει την πόρτα του φρενοκομείου. Η εκτίμησή μου είναι ότι εδώ που έχουν οδηγηθεί τα πράγματα, είναι εξαιρετικά πιθανό τουρκικό ερευνητικό σκάφος να παραπλεύσει τα όρια των έξι μιλίων του εθνικού μας χώρου, αλλά να αποφύγει να πραγματοποιήσει σεισμικές έρευνες. Να επιχειρήσει δηλαδή να «μαρκάρει» τις περιοχές, ακριβώς όπως τα σκυλάκια «σημαδεύουν» τις περιοχές που κινούνται». Το ερώτημα βέβαια είναι τι θα πράξει η Ελλάδα ακόμα και σε μια τέτοια πρόκληση. Αλλά επ’ αυτού, δεν υπάρχει απάντηση…

 

 

 

Γράψτε το σχόλιο σας