Στην αναχαίτιση της ανεργίας και στην αποφυγή μιας νέας εργασιακής ζούγκλας, που είναι και τα συνήθη επακόλουθα των οικονομικών κρίσεων, ρίχνει το βάρος η κυβέρνηση. Οπως προαναγγέλλει θα αναπτύξει ένα δίχτυ προστασίας, με παράλληλη ενίσχυση της ρευστότητας προς τις επιχειρήσεις που πλήττονται. Σε περιόδους υφεσιακού σοκ, όπως στην εν εξελίξει πανδημία, ο ρόλος του κράτους είναι το σημείο αναφοράς στην αρχική προσπάθεια ανάκαμψης της κοινωνίας και της οικονομίας, με κύρια στόχευση την επανεκκίνηση και την ταχεία επαναφορά σε προ κρίσης επίπεδα. Η επαναφορά όμως δεν γίνεται να επιτευχθεί χωρίς τον σχεδιασμό μέτρων πιο μακροπρόθεσμου χαρακτήρα. Αν και η Ελλάδα διαχειρίστηκε την υγειονομική κρίση καλύτερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υφίσταται τις χειρότερες, συγκριτικά, οικονομικές συνέπειες.

Βασικός λόγος η μεγάλη εξάρτηση της οικονομίας από την εσωτερική κατανάλωση, την εστίαση και φυσικά τον τουρισμό που, στην παρούσα, φάση, βρίσκονται στο μάτι του επιδημικού κυκλώνα. Οι κλάδοι του εμπορίου, της εστίασης και των καταλυμάτων συνεισφέρουν στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ, κατά μέσο, το 19%, ενώ στην Ελλάδα αγγίζει το 25% του ΑΕΠ και το 33% της απασχόλησης. Στις εαρινές προβλέψεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει βουτιά επενδύσεων κατά 30% φέτος και ανάκαμψη 33% του χρόνου. Βαρύ το πλήγμα στην απασχόληση, αφού παρά τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση για να αποτρέψει μεγάλης κλίμακας απολύσεις, περίπου 160.000 θέσεις εργασίας αναμένεται να χαθούν. Το ποσοστό της ανεργίας εκτιμάται πως θα ανέλθει εκ νέου στο 19,9%, από 17,3% το 2019, αλλά θα υποχωρήσει στο 16,8% το 2021.

Φαίνεται πως το «φάντασμα» της κρίσης χρέους του 2009 επανέρχεται στην Ελλάδα, αφού τότε κορυφώθηκε η ανεργία και το μεγάλο «μαχαίρι» στα εισοδήματα. Ομως, αργότερα, το διάστημα από το 2014 μέχρι το 2019, δημιουργήθηκαν συνολικά 267.000 νέες θέσεις εργασίας. Ποιο είναι το σημαντικό; Πως σχεδόν το 54% αυτών δημιουργήθηκαν στους κλάδους που τροφοδοτούνται από την εσωτερική ζήτηση (εστίαση κ.λπ.) και από τον τουρισμό.

Υφεση

Η πρόβλεψη της Κομισιόν για την ύφεση φέτος στην Ελλάδα τοποθετείται στο 9,7%, υψηλότερα από κάθε άλλη στην ευρωζώνη, όπου κατά μέσον όρο η ύφεση προβλέπεται να φτάσει στο 7,7%. Το θετικό της έκθεσης είναι ότι και η προβλεπόμενη ανάκαμψη του 2021 στην Ελλάδα θα είναι η μεγαλύτερη από όλες τις χώρες, φτάνοντας το 7,9%, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών. Ωστόσο, στο βασικό σενάριο του κυβερνητικού Προγράμματος Σταθερότητας η ύφεση περιορίζεται στο 4,7% το 2020 και η ανάκαμψη ανέρχεται στο 5,1% το 2021.

Στο δυσμενές, η ύφεση διαμορφώνεται στο 7,9% φέτος και η ανάκαμψη του επόμενου χρόνου στο 8%. Επίσης, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου η ύφεση στην Ελλάδα προβλέπεται στο 10% το 2020, από το 7,5% της ευρωζώνης. Ωστόσο, στο σενάριο υποχώρησης της πανδημίας το δεύτερο εξάμηνο του έτους η Ελλάδα θα σημειώσει ανάκαμψη 5,1% το 2021, την ταχύτερη ανάμεσα στη ζώνη του ευρώ.

Στην παρούσα φάση τα προσωρινά μέτρα αφορούν τις επιχορηγήσεις επιχειρήσεων, την αποζημίωση εισοδήματος των εργαζομένων, εγγυήσεις δανείων και απαλλαγές από φόρους ή αναστολή καταβολής τους. Πρόκειται για αναγκαία μέτρα, αλλά χαρακτηρίζονται παθητικά, αφού στόχος τους είναι να αντισταθμίζουν άμεσα και εν μέρει τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας. Σύμφωνα δε με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα μέτρα έχουν υψηλό δημοσιονομικό κόστος, κοντά στο 6,9% του ΑΕΠ.

Αν και η απαλλαγή της Ελλάδας από την υποχρέωση να επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ θα συνεχιστεί – όπως εικάζεται – και το 2021, τα δημοσιονομικά της χώρας αναμένεται να επιδεινωθούν αρκετά το 2020. Οι προβλέψεις της Κομισιόν δείχνουν πως το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται για φέτος στο 6,4% του ΑΕΠ, έναντι πλεονάσματος 1,5% του ΑΕΠ το 2019, και περιορίζεται ξανά στο 2,1% του ΑΕΠ το 2022.

Η κυβέρνηση στο Πρόγραμμα Σταθερότητας προβλέπει ότι το έλλειμμα θα είναι φέτος 4,7% του ΑΕΠ και του χρόνου 0,2% του ΑΕΠ. Αναφορικά με το πρωτογενές πλεόνασμα, που ήταν 4,4% του ΑΕΠ το 2019, θα γίνει πρωτογενές έλλειμμα 3,4% του ΑΕΠ. Εκτιμάται ότι θα επιστρέψει σε θετικό πρόσημο, 0,6% του ΑΕΠ, το 2021. Το δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθεί στο 196,4% του ΑΕΠ, από 176,6% το 2019, και να υποχωρήσει ξανά στο 183% του ΑΕΠ το 2021. Σύμφωνα, όμως, με τις κυβερνητικές προβλέψεις, η αύξηση του χρέους περιορίζεται στο 188,8% του ΑΕΠ το 2020, ενώ αυτό επανέρχεται στο 176,8% το 2021.

Παρεμβάσεις

Τα υγειονομικά μέτρα και η μείωση των εισοδημάτων εκτιμάται, από τους οικονομολόγους, πως ίσως τελικά να επιβραδύνουν την επέκταση της εγχώριας ζήτησης, όπως και την ανάκαμψη του τουρισμού το 2021. Αποτέλεσμα, οι κλάδοι που βοήθησαν την ελληνική ανάκαμψη, μετά την κρίση χρέους, να μην επανέλθουν με την ίδια δυναμική λόγω της πανδημίας. Γενικώς, η Ελλάδα χρειάζεται να αναπτύξει ένα μακροχρόνιο σχέδιο αναπροσαρμογής του παραγωγικού της μοντέλου με παρεμβάσεις που θα έχουν στόχευση τους κλάδους υψηλότερης παραγωγικότητας, τεχνολογίας, όπως και στην ενίσχυση των τομέων με εξωστρεφή προσανατολισμό, ώστε η ελληνική οικονομία να αποκτήσει βάθος και παράλληλα να μην τροφοδοτείται η ανάπτυξη μόνο από την εσωτερική κατανάλωση, αλλά και από τις αγορές του εξωτερικού.

Είναι βασικό οι κυβερνητικές παρεμβάσεις να μην «κολλήσουν» σε μία επιδοματικού χαρακτήρα στήριξη, αλλά να γίνουν μετασχηματισμοί, για την παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας. Κατ’ αρχάς, να επιτευχθεί η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και να γίνει ελκυστικό για επενδύσεις. Βασικός πυλώνας η αναπροσαρμογή της φορολογικής πολιτικής, αλλά και η λήψη μέτρων στήριξης της επιχειρηματικότητας με βασικό στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Δεδομένου πως δεν αφήνουν δημοσιονομικό αποτύπωμα τα περισσότερα από τα παραπάνω, συμπεραίνεται πως αποτελεί καθαρά θέμα πολιτικής βούλησης.

Μεταξύ αυτών είναι η απλοποίηση των διαδικασιών έγκρισης επενδύσεων, η απλούστευση του ρυθμιστικού πλαισίου κ.λπ. Από την άλλη, λόγω δημοσιονομικού κόστους, είναι πιο δύσκολες οι παρεμβάσεις ενισχύσεων και φοροαπαλλαγών. Να δοθούν, δηλαδή, ενισχύσεις για την πραγματική στήριξη της ανάπτυξης μέσω κινήτρων και φορολογικών ελαφρύνσεων για να ιδρυθούν επιχειρήσεις σε κλάδους αιχμής.

Είναι βέβαιο πως θα χρειαστεί αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων για τη χρηματοδότηση των παρεμβάσεων. Αν η αναδιάρθρωση της οικονομίας επιτευχθεί, με αφορμή και την πανδημία, η Ελλάδα πιθανότητα να ανακάμψει έχοντας γερές βάσεις, και ίσως καταφέρει, σε αυτή την κρίση, να κρατήσει «ζωντανό» το ταλαίπωρο εργατικό δυναμικό της, αλλά και να φέρει στη χώρα όσους έφυγαν στο εξωτερικό από την εποχή του πρώτου Μνημονίου.

Γράψτε το σχόλιο σας