Σύμφωνα με τα γαλλικά ΜΜΕ ήταν «με θυμό» που ο Εμανουέλ Μακρόν πήρε τηλέφωνο στις 13 Μαΐου τον Σερζ Βαϊνμπέργκ, πρόεδρο του ΔΣ της  Sanofi, της μεγάλης γαλλικής πολυεθνικής του φαρμάκου.

Ο λόγος του θυμού του Γάλλου προέδρου ήταν οι δηλώσεις, λίγες ώρες νωρίτερα, του Πολ Χάντσον CEO της Sanofi  ο οποίος είχε διαβεβαιώσει ότι οι ΗΠΑ «θα έχουν προτεραιότητα» στη διανομή του μελλοντικού εμβολίου. Πιο συγκεκριμένα το στέλεχος της Sanofi δήλωσε ότι «οι αμερικανοί θα έχουν το δικαίωμα στην πιο μεγάλη προ-παραγγελία, γιατί είχαν αναλάβει το ρίσκο να χρηματοδοτήσουν τις έρευνες πιο πριν από τους άλλους ήδη από τον Φεβρουάριο».

Όμως, αυτή η δήλωση θεωρήθηκε απαράδεκτη από τον Γάλλο πρόεδρο, δεδομένου ότι η Sanofi θεωρείται μια γαλλική εταιρεία η οποία μάλιστα απολαμβάνει 150 εκατομμυρίων ευρών ετήσιων φοροελαφρύνσεων για να μπορεί να χρηματοδοτεί τις έρευνές της επί της γαλλικής επικράτειας. Επιπλέον, η γαλλική προεδρία έσπευσε να διευκρινίσει ότι «αυτό το εμβόλιο οφείλει να είναι ένα παγκόσμιο δημόσιο αγαθό, πέραν των νόμων της αγοράς».

Το περιστατικό αυτό ήρθε να υπογραμμίσει τον τρόπο που η πανδημία ξαναγράφει  τους όρους και τους κανόνες της παγκοσμιοποίησης και επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα όπως η εθνική κυριαρχία σε σχέση με την οικονομία.

 

Τα κράτη ανακαλύπτουν ξανά την οικονομική κυριαρχία

Για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα ο προστατευτισμός ή η λογική της εθνικής αυτάρκειας ως προς την οικονομία είχαν αντιμετωπιστεί ως εντελώς παρωχημένες έννοιες. Πέραν ορισμένων «εθνικών πρωταθλητών» τα κράτη κυρίως ενδιαφέρονταν να προσελκύσουν επενδύσεις, να σπρώξουν την οικονομία προς την εξειδίκευση σε τομείς με εξαγωγικές επενδύσεις και να μειώσουν τα κόστη εκμεταλλευόμενα τη φτηνή παραγωγή μεταποιητικών προϊόντων σε άλλες χώρες.

Ακόμη και οι «εθνικοί πρωταθλητές» κυρίως καλούνταν να διατηρούν επί εθνικού εδάφους κυρίως τη διοίκηση, την έρευνα, το μάρκετινγκ και τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και από εκεί και πέρα υπάρχε ανοχή στην ως προς την κλίμακα της μεταφοράς δραστηριοτήτων στο εξωτερικό. Άλλωστε, ακόμη και για στρατηγικής σημασία προϊόντα κυριαρχούσε η λογική ότι εάν αυτά καταστούν αναγκαία, θα μπορούσαν τα κράτη να τα προμηθευτούν από την αγορά.

Αποδείχτηκε, βέβαια, ότι αυτό δεν ήταν πάντα τόσο εφικτό, εάν αναλογιστούμε τον Φεβρουάριο χώρες όπως οι ΗΠΑ αλλά και η Γαλλία διαπίστωναν ότι δεν είχαν επαρκή αποθέματα μασκών και προστατευτικού εξοπλισμού και την ίδια στιγμή η Κίνα, που ήταν ο βασικός προμηθευτής, αντιμέτωπη με το μεγάλο κύμα του κοροναϊού με επίκεντρο την Γουχάν κυρίως ενίσχυε τα δικά της αποθέματα.

Ήταν και αυτό μια ένδειξη ότι η ξεχασμένη έννοια της αυτάρκειας ως προς κρίσιμα προϊόντα αποκτούσε ξεχωριστή βαρύτητα σε μια συγκυρία μεγάλων αναταράξεων στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και τις αλυσίδες αξίας.

Επιπλέον, όχι μόνο στην οικονομία αλλά και σε άλλα επίπεδα τα κράτη αναδιπλώθηκαν σε εθνικές πολιτικές. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρότι υποτίθεται ότι είναι η πιο προχωρημένη εκδοχή διακρατικής ολοκλήρωσης και παρότι έχει μια μακρά παράδοση σχεδιασμού πολιτικών και διαμόρφωσης κανονιστικών πλαισίων σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε κανένα βαθμό δεν χειρίστηκε την πανδημία. Τα κράτη-μέλη πήραν όλες τις κομβικές αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένου και του κλεισίματος των συνόρων σε εθνικό επίπεδο, επιλέγοντας και ως προς αυτό την αναδίπλωση στην εθνική κυριαρχία.

 

Η εποχή της μετα-παγκοσμιοποίησης;

Παρότι πολύ νωρίς να γίνουν προβλέψεις, είναι προφανές ότι ο συνδυασμός ανάμεσα στην πανδημία και μια παγκόσμια ύφεση που δεν αντανακλά μόνο το εξωγενές σοκ του παγκόσμιου lockdown αλλά και την εξάντληση ενός ήδη σε κρίση οικονομικού υποδείγματος διαμορφώνει νέο τοπίο.

Σε αυτό είναι πιθανό να πάμε σε έναν κόσμο πιο κατακερματισμένο, με την έννοια της επικέντρωσης παραγωγικών πόρων και εμπορικών συναλλαγών γύρω από επιμέρους πόλους, τη Βόρειο Αμερική, την Ευρώπη, την Ευρασία, τη Νοτιοανατολική Ασία, τη Λατινική Αμερική σε μια αντίθεση με την αντίληψη και την ιδεολογία μιας ενιαίας παγκόσμιας αγοράς.

Σε αυτό το τοπίο είναι πιθανό τα κράτη να προσπαθήσουν να επενδύσουν περισσότερο στην εσωτερική τους παραγωγική δυνατότητα και στην προσπάθειά τους να έχουν μικρότερη εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές. Αυτό σταδιακά θα εντείνεται και εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής και της προσπάθειας να περιοριστεί το αρνητικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα των προϊόντων.

Πάντως ήδη σε χώρες όπως η Γαλλία οι κυβερνήσεις σκέφτονται κίνητρα για τις επιχειρήσεις που σε προηγούμενες φάσεις είχαν προχωρήσει σε μετεγκαταστάσεις παραγωγικών τους δραστηριοτήτων. Ο υπουργός Οικονομικών μάλιστα ανακοίνωσε τον Απρίλιο ότι η επανεγκατάσταση αλυσίδων αξίας θα είναι η δεύτερη προτεραιότητα του σχεδίου για την επανεκκίνηση της γαλλικής οικονομίας, υπογραμμίζοντας βέβαια ότι το να γίνει εκ νέου ελκυστική η Γαλλία για τις επιχειρήσεις χρειάζεται και δημοσιονομικά κίνητρα. Βέβαια, αυτό συνδυάζεται στη ρητορική του Μακρόν και με ένα στοιχείο ευρωπαϊσμού. Για τη γαλλική προεδρία η «καλή κυριαρχία» δεν μπορεί να είναι μόνο εθνική και χρειάζεται επανεξοπλισμός και στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πάντως το οικονομικό επιτελείο του Μακρόν μιλάει για μια νέα προσέγγιση στο ζήτημα της επανεκβιομηχάνισης, μέσα από εργαλεία που θα μειώνουν το κόστος παραγωγής στη Γαλλία αλλά ταυτόχρονα θα υπενθυμίζουν στις επιχειρήσεις τα επιπλέον κόστη που προκαλούν οι μετεγκαταστάσεις. Μένει επομένως να δούμε εάν το αίτημα της «επανεγκατάστασης» συνδυαστεί και με προσπάθεια μείωσης του κόστους εργασίας και των εγγυήσεων για τους εργαζομένους που ισχύουν σε χώρες όπως η Γαλλία.

Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο στην οικονομία και είναι παράμετροι που πρέπει να αποτελέσουν και τμήμα της όποιας συζήτησης για την «επόμενη μέρα» και στη χώρα μας.

Γράψτε το σχόλιο σας