Tου Βασίλη Ασημακόπουλου[1]

«Ορίζεται η 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου» (άρθρο 1, ν. 2193/94).
Η Ελληνική Βουλή αναγνώρισε μετά από αρκετές δεκαετίες το έγκλημα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, που διαπράχθηκε την περίοδο 1916-1923. Οι λόγοι της χρονικής καθυστέρησης ήταν πολλοί. Ανθρωπολογικοί με την έννοια των ηλικιακών κύκλων και των γενιών των προσφύγων, γεωπολιτικοί λόγω της καθοδηγούμενης ελληνο-τουρκικής κρατικής φιλίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ιδεολογικοί λόγω θεώρησης του κεμαλισμού ως  απελευθερωτικού-προοδευτικού κινήματος και αντίστοιχος πολιτικο-διανοητικός εγκλωβισμός. Τη δύσκολη μετεμφυλιακή περίοδο, αξίζει ιδίως να μνημονευθούν δύο πρόσωπα σε σχέση με το ζήτημα και τη θετική προσφορά τους.

Ένας Πανεπιστημιακός και ένας Πολιτικός. Ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, γεννημένος στην Σαμψούντα το 1917, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Και ο Ιωάννης Πασαλίδης γεννημένος στη Σάντα της Τραπεζούντας το 1885, Ιατρός, Πρόεδρος της Ε.Δ.Α.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 άρχισε μια γενικότερη στροφή στο ζήτημα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, στο πλαίσιο και των ευρύτερων διεθνοπολιτικών αλλαγών που επηρέασαν  τη διανοητική ατμόσφαιρα.

 

Από την πολιτισμική κυρίως διάσταση σε επίπεδο συλλόγων (γλώσσα, μουσική-τραγούδι, χορός, εκδόσεις μάλλον περιορισμένες, 15 Αυγούστου στην Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο Ημαθίας κ.α), από παρεμβάσεις δηλαδή στο επίπεδο κοινωνίας πολιτών που ήταν εξαιρετικά σημαντικές για τη διατήρηση της Μνήμης, έγινε η μετάβαση στην πολιτική διεκδίκηση της αναγνώρισης της Ημέρας Μνήμης, της 19ης Μαϊου, δηλαδή της ημέρας εκείνης του 1919, που ο Μουσταφά Κεμάλ έφθασε στην Σαμψούντα, συστηματοποιώντας και εντείνοντας τις προσχεδιασμένες σφαγές και διώξεις για την εξαφάνιση των Ελλήνων του Πόντου.
Είναι χαρακτηριστική η ομιλία του Μιχάλη Χαραλαμπίδη στις 19 Μαΐου 1990 με τίτλο «Η σημασία της 19ης Μαϊου, ως ημέρα μνήμης της Ποντιακής Γενοκτονίας», όπου πρότεινε την 19η Μαΐου ως ημέρα αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου συνδέοντας τον κεμαλισμό με το ναζισμό. Ομιλία που έγινε στο Χαϊδάρι, δηλαδή έναν τόπο προσφυγιάς από Μικρά Ασία και ταυτόχρονα τόπο μαρτυρίου την περίοδο της Κατοχής. Είναι εξαιρετική η ταυτοτικού χαρακτήρα διασύνδεση προσφυγιάς και μαρτυρίου στον ιδιαίτερο ελληνικό χωρο-χρόνο που κάνει ο Παντελής Βούλγαρης στην ταινία του «Το τελευταίο σημείωμα» (2017), στο πρόσωπο του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, γεννημένου στην Προύσα, μετά εγκατεστημένου οικεγενειακώς στην Κρήτη, κομμουνιστή, κρατούμενου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι, που εκτελέστηκε με τους 200 της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Μια ταινία που πρέπει να προβάλλεται και να συζητείται με τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές στα Σχολεία, στο πλαίσιο ενός θεματικού κύκλου για την Εθνική-Ιστορική Μνήμη[2], που είναι η στιγμή να εισαχθεί στο ν/σ «Αναβάθμιση στο Σχολείο», το οποίο επίκειται να έρθει στη Βουλή τις επόμενες μέρες.

Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα της Αναγνώρισης της Γενοκτονίας δεν συνάντησε άμεση αποδοχή. Κυρίως στο πεδίο του επίσημου πολιτικού συστήματος, κρατικών-κομματικών μηχανισμών, ορισμένων πανεπιστημιακών κύκλων, εξακολούθησε η εχθρότητα για διάφορους λόγους. Η πρόταση αρχικά της Κ.Ο. του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (τέλη 1991 – αρχές 1992), που ήταν αξιωματική αντιπολίτευση, για αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, δεν έγινε δεκτή από την τότε κυβέρνηση της Ν.Δ.

 

Ακολούθως και μετά τις εκλογές του 1993, η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα επαναφέρει την πρόταση του 1991-92 και στις 24-2-1994 (κατά ευτυχή σύμπτωση είναι η ημερομηνία- αφετηριακή στιγμή του Αγώνα για την Παλιγγενεσία με το πέρασμα του Προύθου από τον Πόντιο Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους συναγωνιστές του το 1821 και της έκδοσης της περίφημης επαναστατικής προκήρυξης «Μάχου  υπέρ Πίστεως και Πατρίδος»), η Βουλή ομόφωνα θα ψηφίσει την πρόταση νόμου.

 

Η 19η Μαΐου καθιερώνεται ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου (ν. 2193/94 και Π.Δ. 99/1994) και ο Ανδρέας Παπανδρέου θα συνδέσει αμετάκλητα το όνομά του με μια δίκαιη εθνική, διεθνική και ανθρωπιστική υπόθεση. Και δεν ήταν η μόνη στη διαδρομή του. Έχουν πολύ ενδιαφέρον η Εισηγητική Έκθεση και τα σχετικά Πρακτικά από τη συζήτηση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.
Και μετά την επίσημη αναγνώριση από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, από το 1996 και ύστερα, υπήρξε έντονη τάση υποβάθμισης, εχθρότητας και υπονόμευσης του ζητήματος από την επίσημη πολιτεία, αλλά και από ποικίλες αντιπολιτεύσεις ή και μερίδα της επίσημης διανόησης.

 

Για διάφορους λόγους. Αυτό που είχαν δει και γράψει με την τέχνη τους παλιότερα ο Νίκος Γκάτσος, ο Ηλίας Ανδριόπουλος με τον Μιχάλη Μπουρμπούλη και τη φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος σε μια εκπληκτική σκηνή στο Θίασο ή ο Παντελής Βούλγαρης στους πιο πρόσφατους χρόνους, ο επώδυνος ελληνικός 20ος αιώνας με τα ολοκαυτώματά του, δεν ήθελαν να το δουν τα διανοητικά – αναλυτικά σχήματα του λεγόμενου μοντερνισμού στο εθνικό φαινόμενο, όπως μονοδιάστατα δυτικοκεντρικά και κρατοκεντρικά ήθελαν να διαβάζουν οι εκπρόσωποί του την ιστορική εξέλιξη του ελληνικού έθνους.

 

Μια ανάγνωση υφιστάμενη της κυρίαρχης εκδοχής του καπιταλισμού. Του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Πολλά ήταν τα επεισόδια της εχθρότητας της περιόδου μετά το 1996. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την υποχώρηση της διεθνοποίησης της Γενοκτονίας στο επίπεδο των υπερεθνικών θεσμών, με ορατές και γνωστές συνέπειες. Αντιστάσεις υπήρξαν, αλλά ήταν μεμονωμένες σε ένα εχθρικό «από τα πάνω» κλίμα, κυρίως προερχόμενες από χώρους της αυτόνομης διανόησης[3].
Ταυτόχρονα όμως η επίσημη αναγνώριση από τη Βουλή το 1994 και η 19η Μαΐου, έδωσαν μια νέα ώθηση σε επίπεδο κοινωνίας, συλλογικής μνήμης και αυτογνωσίας. Ο δυισμός αυτός φαίνεται τα τελευταία χρόνια να λύνεται υπέρ της αλήθειας – μνήμης, του δικαίου, της κοινωνίας, του ανθρωπισμού.

 

Η γραμμή της αμφισβήτησης δείχνει να υποχωρεί, ίσως οριστικά. Ο αντίπαλος πολύ πιθανόν να κινηθεί με άλλες μορφές και με διαφορετικούς τρόπους, όπως συμβαίνει συχνά με τους μηχανισμούς πολιτιστικού ιμπεριαλισμού απέναντι σε έθνη κυρίαρχα-κυριαρχούμενα όπως το ελληνικό. Αυτό παρατηρείται ήδη λ.χ. στην μεγάλη, ιερή και δίκαιη υπόθεση της Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, ως αποτέλεσμα της Συμφωνίας Ελλάδας – Γερμανίας στο ευρύτερο πλαίσιο του Μνημονίου 2010 με την εμφάνιση – διείσδυση ιδρυμάτων ή πρωτοβουλίων  που δραστηριοποιούνται όπως «Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον»,  «Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας», «Ελληνογερμανική Συνέλευση». Πρόκειται για μεθοδεύσεις της γερμανικής κυβέρνησης, που σκοπό έχουν την αλλοίωση της ιστορικής μνήμης, τον έλεγχο των συνειδήσεων και συνακόλουθα την απονεύρωση της διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών.

Τουλάχιστον πάντως σε επίπεδο σημειολογίας, επίσημων δηλώσεων κομμάτων, θεσμών, ακόμα και νομοθεσίας, τα τελευταία χρόνια αποτυπώνεται μια πλατιά αποδοχή της υπόθεσης της Γενοκτονίας. Τα πολιτικά κόμματα, οι ηγεσίες, δείχνουν να συντονίζονται με το κοινό αίσθημα, την ιστορική συνείδηση των ανθρώπων. Αυτό καταγράφηκε έντονα στην περσινή 19η Μαΐου, κατά τη συμπλήρωση 100 χρόνων. Το αντεπιχείρημα ότι ήταν προεκλογική περίοδος δεν είναι ισχυρό, καθώς η «αισθητική των Δημοκρατιών», το τεκμήριο αρμοδιότητας όπως λέγεται στο Συνταγματικό Δίκαιο, ανήκει στη βούληση του λαού, είναι η λαϊκή κυριαρχία.

 

Οι επίσημες δηλώσεις παράγουν συνέπειες, διαμορφώνουν με τη σειρά τους μια θεσμική συνείδηση. Η οποία άργησε μεν σε σχέση και με την αναγνώριση από την Βουλή το 1994 να διαμορφωθεί, χάθηκε πολύτιμος χρόνος, πλην όμως είναι πλέον πραγματικότητα. Όπως επισημαίνει η Πρόεδρος της Δημοκρατίας στη δήλωσή της για την φετινή επέτειο της 19ης Μαΐου «η διεθνής κοινότητα έχει χρέος να φέρνει στο φως και να καταδικάζει ενέργειες αποτρόπαιης βαρβαρότητας, όπως η συστηματική εξολόθρευση αθώων πολιτών, προκειμένου όχι μόνο να διαφυλαχθεί η μνήμη των θυμάτων αλλά και να αποτραπούν παρόμοια εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στο μέλλον».

 

Είναι η περίοδος της διεθνοποίησης. Πολιτική κοινωνία και κοινωνία πολιτών οφείλουν να στραφούν προς την κατεύθυνση αυτή, με συστηματικότητα, προγραμματισμό και οικουμενικό όραμα.

[1] Δικηγόρος-Πολιτικός Επιστήμονας. Μέλος Σ.Ε. του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα.
[2] Βλ. Ασημακόπουλος Β., Εκπαίδευση και Δικαίωμα στη Μνήμη, στο https://www.in.gr/2020/05/14/apopsi/ekpaideysi-kai-dikaioma-sti-mnimi/?fbclid=IwAR3YzbutujBnt15L4CJuinJUwpAFQLK_pmXAd8qJKIY7ynPFoPJ0zmK3Oc4
[3] Βλ. Χαραλαμπίδης Μ., Το Ποντιακό Ζήτημα Σήμερα. Αγώνας και Νίκες σε δύο Μέτωπα, εκδ. Στράβων, 2014.

Γράψτε το σχόλιο σας