Καθώς πλήθαιναν οι αυθαιρεσίες του καθεστώτος των Τριάκοντα Τυράννων (σώμα τριάντα ατόμων που, περιφρονώντας τους νόμους και τους θεσμούς της δημοκρατίας, άσκησε με τυραννικό τρόπο την εξουσία στην Αθήνα επί οκτώ μήνες, μετά το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, το 404 π.Χ.), πολλοί άρχισαν να ανησυχούν και να προσπαθούν να αντιδράσουν.

Ο Θηραμένης, ο οποίος εκπροσωπούσε τη μία από τις δύο αντίθετες τάσεις στους κόλπους της ολιγαρχικής συμμορίας που λυμαινόταν το αθηναϊκό κράτος, υποστήριξε ότι θα έπρεπε να μοιραστούν την εξουσία με αρκετούς άλλους.

Ο έτερος πόλος εξουσίας, ο Κριτίας και οι συν αυτώ ακραίοι ολιγαρχικοί, αποφάσισε να επιτρέψει σε τρεις χιλιάδες Αθηναίους να μετέχουν στην άσκηση της εξουσίας.

Ο Θηραμένης έκρινε παράλογο το μέτρο και τις εν γένει μεθοδεύσεις των Τριάκοντα, οι οποίοι αφόπλισαν όλους τους άλλους Αθηναίους εκτός από τους Τρισχιλίους και επέβαλαν καθεστώς τρομοκρατίας, σκοτώνοντας πολλούς είτε από προσωπικό μίσος είτε για τα χρήματά τους (εκτελέστηκαν 1.500 πολίτες Αθηναίοι και μέτοικοι).

Ο Κριτίας θεώρησε ότι ο Θηραμένης ήταν σοβαρό εμπόδιο στις αυθαιρεσίες των Τριάκοντα και άρχισε να εκτοξεύει εναντίον του διαβολές και να τον κατηγορεί ότι αποτελούσε κίνδυνο για το καθεστώς.

Στη συνέχεια συγκάλεσε τη Βουλή για να δικάσει τον Θηραμένη και να του επιβάλει την ποινή του θανάτου με την κατηγορία της προδοσίας.

Μάλιστα, επειδή φοβόταν ότι, παρά το φανερόν της ψηφοφορίας και το φόβο της διαγραφής, πολλοί από τους βουλευτές θα αρνούνταν να συμμορφωθούν προς τις υποδείξεις του, έδωσε εντολή σε μια ομάδα εμπίστων παρακρατικών να βρίσκονται την ημέρα της δίκης του Θηραμένη στη Βουλή φέροντας εγχειρίδια (μικρά ξίφη) κάτω από τη μασχάλη τους.

Οι αδίστακτοι αυτοί άνδρες θα στέκονταν κοντά στα ξύλινα κιγκλιδώματα που χώριζαν τις θέσεις των βουλευτών από το χώρο των ακροατών, ώστε να είναι ευκόλως ορατά τα μικρά ξίφη που κουβαλούσαν.

Ο Κριτίας, στην αγόρευσή του, κατηγόρησε τον Θηραμένη ως αναξιόπιστο πολιτικό («κόθορνο», σαν το υπόδημα των ηθοποιών του θεάτρου που ταίριαζε και στα δύο πόδια), συμφεροντολόγο, ύπουλο και προδότη.

Ο Θηραμένης ισχυρίστηκε απολογούμενος ότι πάντα πολιτεύτηκε με μετριοπάθεια και σύνεση, ότι οι ακρότητες και οι αδικίες του καθεστώτος των Τριάκοντα προκαλούσαν εύλογες αντιδράσεις και ότι ποτέ, σε δημοκρατικό ή σε τυραννικό καθεστώς, δεν επιδίωξε να στερήσει τίμιους πολίτες από τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Μόλις μ’ αυτά τα λόγια τελείωσε την αγόρευσή του και η βουλή τον επιδοκίμασε φανερά, ο Κριτίας, επειδή κατάλαβε ότι, αν άφηνε τη βουλή ν’ αποφασίσει την τύχη του με την ψήφο της, ο Θηραμένης θα γλίτωνε, και ένα τέτοιο ενδεχόμενο το θεωρούσε αβάσταχτο, αφού πλησίασε τους Τριάντα και μίλησε για λίγο μαζί τους, βγήκε έξω και πρόσταξε τους μαχαιροβγάλτες να στηθούν προκλητικά στο ξύλινο κιγκλίδωμα που χωρίζει το ακροατήριο από τους βουλευτές. Έπειτα μπήκε ξανά μέσα κι είπε:

«Εγώ, κύριοι βουλευτές, πιστεύω ότι είναι καθήκον για ένα σωστό ηγέτη που διαπιστώνει απόπειρα εξαπάτησης φίλων του, να το εμποδίσει. Αυτό θα κάνω, λοιπόν, κι εγώ. Γιατί, αυτοί που στέκονται εκεί πέρα δηλώνουν ότι δε θα μας το επιτρέψουν, αν αφήσουμε ατιμώρητο έναν άνδρα που βλάπτει ολοφάνερα την ολιγαρχία. Γιατί, σύμφωνα με την καινούρια νομοθεσία κανένας από τους Τρεις Χιλιάδες δε μπορεί να θανατωθεί χωρίς τη δική σας ψήφο, ενώ το δικαίωμα να σκοτώνουν όσους δεν είναι γραμμένοι στον κατάλογο το έχουν οι Τριάκοντα. Εγώ λοιπόν, είπε, διαγράφω αυτόν εδώ το Θηραμένη από τον κατάλογο, με τη σύμφωνη γνώμη όλων μας. Και αυτόν, πρόσθεσε, τον καταδικάζουμε σε θάνατο».

Μόλις άκουσε αυτά ο Θηραμένης, πήδησε κοντά στο βωμό και είπε:

«Κι εγώ, άνδρες, ικετεύω τα πιο δίκαια απ’ όλα, να μη δοθεί δηλαδή στον Κριτία το δικαίωμα να διαγράφει ούτε εμένα ούτε όποιον θέλει από σας, αλλά να δικαζόμαστε κι εσείς κι εγώ με όποιο νόμο αυτοί ψήφισαν για όσους είναι στον κατάλογο. Το ξέρω βέβαια, μα τους θεούς, είπε, ότι σε τίποτα δε θα με ωφελήσει αυτός ο βωμός, αλλά θέλω να αποδείξω ακόμα και τούτο, ότι δηλαδή αυτοί δεν είναι μονάχα κατεξοχήν άδικοι με τους ανθρώπους, αλλά και ασεβέστατοι προς τους θεούς. Απορώ όμως, πρόσθεσε, με σας, άνδρες ωραίοι και ενάρετοι, που δε σκέφτεστε να υπερασπισθείτε τους εαυτούς σας, αν και ξέρετε ότι και το όνομα του καθενός σας μπορεί να σβηστεί με την ίδια ευκολία με το δικό μου».

Μετά από αυτά, ο κήρυκας των Τριάντα πρόσταξε τους Έντεκα* να συλλάβουν το Θηραμένη. Εκείνοι μπήκαν με τους βοηθούς τους με αρχηγό το Σάτυρο, τον πιο θρασύ και ξεδιάντροπο απ’ όλους. Ο Κριτίας τότε είπε: «Σας παραδίνουμε τούτον εδώ τον Θηραμένη, που καταδικάστηκε σύμφωνα με το νόμο. Αφού τον πιάσετε οι Έντεκα και τον οδηγήσετε εκεί που πρέπει, κάνετε τα υπόλοιπα».

Μόλις ο Κριτίας είπε αυτά τα λόγια, ο Σάτυρος επιχειρούσε να τραβήξει το Θηραμένη από το βωμό κι οι βοηθοί τραβούσαν κι εκείνοι. Ο Θηραμένης πάλι, όπως ήταν φυσικό, επικαλούνταν θεούς κι ανθρώπους ως μάρτυρες να δουν τα όσα γίνονταν. Οι βουλευτές ωστόσο έμεναν απαθείς, γιατί έβλεπαν ότι και αυτοί που στέκονταν στο κιγκλίδωμα ήταν του ίδιου φυράματος με το Σάτυρο και ότι ο χώρος μπροστά από το βουλευτήριο ήταν γεμάτος από φρουρούς και γιατί ήξεραν ότι ήταν όλοι οπλισμένοι με εγχειρίδια. Αυτοί, λοιπόν, έσερναν το Θηραμένη μέσα από την αγορά, ενώ αυτός διαμαρτυρόταν με πολύ δυνατή φωνή για όσα πάθαινε. Αποδίδεται και αυτή η κουβέντα στο Θηραμένη. Όταν του είπε ο Σάτυρος ότι θα μετανιώσει, αν δε σωπάσει, ρώτησε: Δηλαδή, άμα σωπάσω, δε θα μετανιώσω; Κι όταν, πάλι, τον ανάγκαζαν να πιει το κώνειο για να πεθάνει, σκορπίζοντας τις τελευταίες σταγόνες, όπως στο παιχνίδι «κότταβος», είπε: «Αυτό ας είναι στην υγεία του Κριτία του ωραίου!»

Ξέρω, βέβαια, ότι τέτοια λόγια δεν αξίζει να αναφέρονται, αλλά αυτό βρίσκω αξιοθαύμαστο σ’ αυτόν τον άνθρωπο, ότι δηλαδή ακόμα και μπροστά στο θάνατο δεν έχασε ούτε την αυτοκυριαρχία του ούτε το χιούμορ του.

Ξενοφώντος Ελληνικά 2.3.50-2.3.56 (μτφρ Γ. Α. Ράπτης 2002, Θεσσαλονίκη, Ζήτρος)

*Έντεκα: Αξιωματούχοι, ένας από κάθε φυλή μαζί με το γραμματέα, προϊστάμενοι του δεσμωτηρίου, αρμόδιοι για τις θανατικές εκτελέσεις.

Όταν μια κοινωνία τελεί υπό καθεστώς τρομοκρατίας, έστω ιδεολογικής και μόνο, κάθε έννοια νομιμότητας καταλύεται.

Όταν μια κοινωνία δίνει συγχωροχάρτι σε ανθρώπους που αναπτύσσουν αντικοινωνική δράση, ο νόμος γίνεται άθυρμα, «εγχειρίδιο» στα χέρια του εκάστοτε ισχυρού.

Όταν μια κοινωνία ανέχεται ή και επικροτεί τις μεθόδους και τα μέσα που μετέρχονται «ακτιβιστές», «ομάδες αντιεξουσιαστών» και «αναρχικές συλλογικότητες», το φάσμα του τρόμου και της αναρχίας προβάλλει απειλητικό.

Όταν μια κοινωνία στρέφει το βλέμμα της σε αυτόκλητους σωτήρες και δήθεν λαϊκούς αγωνιστές για να αντιπαλέψει αδικίες και ανισότητες, εκείνοι μετατρέπονται, σταδιακά και αναπόφευκτα, σε κήνσορες της δημόσιας ζωής, που προσομοιάζουν, από την άποψη της αυθαιρεσίας, στους Τριάκοντα και τους Έντεκα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο