Όταν κάποτε φύγω

από τούτο το φως

θα ελιχθώ προς τα πάνω

όπως ένα ρυακάκι που μουρμουρίζει.

Κι αν τυχόν κάπου

ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους

συναντήσω αγγέλους,

θα τους μιλήσω ελληνικά,

επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες.

Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική.

 

Από την ποιητική συλλογή του Νικηφόρου Βρεττάκου Εκκρεμής δωρεά

(Τα Ποιήματα, τ. Γ’, Τρία Φύλλα, Αθήνα 1991)

 

Ο ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος, δευτερότοκος γιος του Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας Παντελεάκη, γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1912 στις Κροκεές Λακωνίας.

Αφού πέρασε τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του στη Λακωνία, ο Βρεττάκος εγκαταστάθηκε το 1929 στην Αθήνα, προκειμένου να σπουδάσει.

Όμως, εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών υποχρεώθηκε να αναζητήσει αμέσως εργασία και να ασκήσει περιστασιακά διάφορα χειρωνακτικά επαγγέλματα.

Οι δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Βρεττάκου («Κάτω από σκιές και φώτα», 1929, και «Κατεβαίνοντας στη σιγή των αιώνων», 1933) απέσπασαν την προσοχή του λογοτεχνικού κόσμου, προπάντων του Κωστή Παλαμά.

Το 1934 ο Βρεττάκος νυμφεύτηκε τη φοιτήτρια Φιλολογίας Καλλιόπη Αποστολίδη.

Το 1936 γεννήθηκε η κόρη του Τζένη (Ευγενία), το 1938 ο γιος του Κώστας.

Το βιβλίο του Βρεττάκου «Ο πόλεμος» οδηγήθηκε στην πυρά από το δικτατορικό καθεστώς Μεταξά.

Το 1938 ο Βρεττάκος διορίστηκε στο υπουργείο Εργασίας.

Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου πολέμησε στην πρώτη γραμμή.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου οργανώθηκε στο ΕΑΜ και έγινε μέλος του ΚΚΕ.

Την περίοδο εκείνη συνεργάστηκε ως βιβλιοκριτικός με το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», στο οποίο διετέλεσε λίγο αργότερα αρχισυντάκτης, διευθυντής και εκδότης, ενώ απολύθηκε από το υπουργείο Εργασίας λόγω των πολιτικών φρονημάτων του.

Το 1948 ο Βρεττάκος γνωρίστηκε με τον Άγγελο Σικελιανό, με τον οποίον έμελλε να αναπτύξει μια στενότατη φιλική σχέση.

Το 1949 διεγράφη από το ΚΚΕ και απομακρύνθηκε από τη διεύθυνση των «Ελεύθερων Γραμμάτων» εξαιτίας του λυρικού δράματός του «Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου».

Κατά τα έτη 1955-1959 ο Βρεττάκος διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Πειραιά και προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στην υπόθεση της πολιτιστικής αναβάθμισης της πόλης.

Το βιβλίο του «Ο ένας από τους δύο κόσμους», που κυκλοφόρησε το 1958 ύστερα από ένα ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση, στάθηκε η αφορμή να κατηγορηθεί ο Βρεττάκος (μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο και τον Μάρκο Αυγέρη) για παράβαση του Αναγκαστικού Νόμου 509 («Περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών»).

Την κατοπινή περίοδο ο Βρεττάκος αντιμετώπισε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες.

Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 ο ποιητής αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία, απ’ όπου ταξίδεψε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και έδωσε διαλέξεις.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ευρώπη συμμετείχε σε ραδιοφωνικές εκπομπές και σε φεστιβάλ ποίησης, τιμήθηκε από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και επεξεργάστηκε το αυτοβιογραφικό κείμενο «Οδύνη», που εκδόθηκε το 1969 στη Νέα Υόρκη.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Βρεττάκος εγκαταστάθηκε στο Παλέρμο της Σικελίας, όπου συνέχισε εντατικά την πνευματική δημιουργία του και προσεβλήθη από φυματίωση βαριάς μορφής.

Επέστρεψε στην Αθήνα μετά την πτώση της χούντας, τον Αύγουστο του 1974.

Η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε με το Βραβείο Ουράνη και τον ανακήρυξε μέλος της.

Λίγο πριν από το θάνατό του (4 Αυγούστου 1991, Πλούμιτσα Λακωνίας) ο Βρεττάκος αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εξάλλου, ο Βρεττάκος τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1940, 1956, 1982) και το Αριστείο Γραμμάτων από την Ακαδημία Αθηνών, προτάθηκε δε τέσσερις φορές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Γράψτε το σχόλιο σας