Η αναστάτωση και η κινητικότητα που προκλήθηκε την Παρασκευή 31 Ιανουαρίου με αφορμή τη διαπίστωση ότι το τουρκικό ερευνητικό σκάφος Ορούτς Ρέις βρισκόταν στη θαλάσσια περιοχή που υπέρκειται της ελληνικής υφαλοκρηπίδας δεν ήταν τυχαία. Ας μην ξεχνάμε ότι στο παρελθόν ελληνικές κυβερνήσεις έχουν θεωρήσει τέτοιες «ερευνητικές αποστολές» ευθεία αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, ακόμη και στα όρια της προετοιμασίας για ένοπλη εμπλοκή.

Πάνω από όλα ο συναγερμός που ενεργοποιήθηκε αφορούσε το εάν και κατά πόσο η Τουρκία αποφάσισε να κάνει πράξει τις «αναθεωρητικές» απόψεις της για τις οριοθετήσεις των υφαλοκρηπίδων και των ΟΑΖ στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Τι ισχύει με την ελληνική υφαλοκρηπίδα

Παρότι ο γεωγραφικός ορισμός είναι κοινός, δηλαδή 200 ν.μ. ή μέση γραμμή όπου οι αποστάσεις είναι μικρότερες και κοινό το καθεστώς των νησιών ως προς το ότι έχουν αυτοτελώς υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, οι δύο τελευταίες έννοιες δεν ταυτίζονται. Αυτό δεν αφορά μόνο το γεγονός ότι η υφαλοκρηπίδα αφορά το υπέδαφος ενώ η ΑΟΖ και τα υπερκείμενα ύδατα, αλλά και τη διαδικασία ανακήρυξης.

Η ΑΟΖ προϋποθέτει ανακήρυξη και οριοθέτηση που περιλαμβάνει και αμοιβαία οριοθέτηση με γειτονικές χώρες. Αντίθετα, η υφαλοκρηπίδα θεωρείται ότι υπάρχει ως κυριαρχικό δικαίωμα εξ υπαρχής.

Η Ελλάδα έχει κάνει οριοθέτηση μόνο με την Ιταλία ως προς το Ιόνιο το 1977. Ως προς το Αιγαίο, η πάγια θέση των ελληνικών κυβερνήσεων ήταν η προσφυγή στη Διεθνές Δικαστήριο στη Χάγη για να γίνει η οριοθέτηση. Αυτό, όμως, προϋποθέτει την υπογραφή συνυποσχετικού με την Τουρκία, που δεν έχει κυρώσει τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Αυτό σημαίνει την αμοιβαία αναγνώριση της δικαιοδοσίας και την πρόθεση εφαρμογής της απόφασης. Αυτό η Τουρκία το έχει αρνηθεί τώρα.

Η πάγια ελληνική θέση είναι ότι τα νησιά έχουν αυτοτελώς υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Η Τουρκία υποστηρίζει ότι έχουν μόνο οι ηπειρωτικοί όγκοι. Η νομολογία των Διεθνών Δικαστηρίων παραπέμπει σε μια τάση να αναζητείται μια λύση που κάπως να συμβιβάζει τα πράγματα. Γι’ αυτό και έχει υποστηριχτεί ότι η θέση υπέρ της Χάγης αφορά και την προσπάθεια ένας «έντιμος συμβιβασμός» να αποκτήσει μέσω μιας απόφασης Διεθνούς Δικαστηρίου νομιμοποίηση και να μην θεωρηθεί από την κοινή γνώμη «ενδοτισμός».

Μέχρι τότε, όμως, η πάγια θέση των ελληνικών κυβερνήσεων είναι ότι  εφόσον η υφαλοκρηπίδα αποτελεί ούτως ή άλλως κυριαρχικό δικαίωμα, οποιαδήποτε προσπάθεια έρευνας θα παρεμποδιστεί.

Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι τα ύδατα που υπέρκεινται της υφαλοκρηπίδας μιας χώρας, πέραν των  χωρικών της υδάτων, αποτελούν διεθνή ύδατα. Δηλαδή, εκεί μπαίνουν και ξένα πολεμικά πλοία. Απλώς, εάν πρόκειται να κάνουν ασκήσεις κ.λπ. πρέπει να δεσμεύσουν τις περιοχές με σχετική NAVTEX για λόγους ασφαλείας.

Αντίστοιχα φυσικά μπαίνουν εμπορικά πλοία ή και ερευνητικά ωκεανογραφικά πλοία. Όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά με τα πλοία που κάνουν σεισμικές έρευνες για υδρογονάνθρακες (που είναι το πρώτο ερευνητικό βήμα πριν τη χρήση πλωτών γεωτρύπανων).

Ήδη από τη δεκαετία του 1970 η Ελλάδα θεωρεί ότι αυτό αποτελεί ευθεία παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων που θα αντιμετωπιστεί δυναμικά. Αυτό συνήθως σημαίνει τη στενή παρακολούθηση από σκάφος του ΠΝ και ετοιμότητα για πολύ μεγαλύτερη πίεση εάν γίνει απόπειρα για σεισμικές έρευνες.

Η Τουρκική στρατηγική για το «γκριζάρισμα» των ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας

Η Τουρκία στο πλαίσιο της «αναθεωρητικής» αντίληψης που έχει αμφισβητεί τις ελληνικές θέσεις για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, υποστηρίζοντας ότι δεν έχουν αυτοτελή υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ τα νησιά, ακόμη και η Κρήτη. Αντίστοιχα, αμφισβητεί και την Κυπριακή ΑΟΖ, αν και στην περίπτωση της Κύπρου η βασική αιχμή της τουρκικής αμφισβήτησης είναι κυρίως η θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει το δικαίωμα να ανακηρύττει ΑΟΖ ή να δίνει «οικόπεδα» προς έρευνα και εκμετάλλευση, καθώς δεν έχει επιλυθεί το Κυπριακό και δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων, θέση στην οποία η κυπριακή κυβέρνηση έχει απαντήσει με δέσμευση πως εάν βρεθούν κοιτάσματα τα έσοδα θα πάνε και για τις δύο κοινότητες. Ουσιαστικά, επιδιώκει να διαμορφώσει ένα είδος «γκρίζων ζωνών» όχι μόνο για τα χωρικά ύδατα και το καθεστώς νησιών και βραχονησίδων αλλά και τα όρια των υφαλοκρηπίδων.

Σε αυτό το πλαίσιο, αφενός προσπάθησε ντε φάκτο να αμφισβητήσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας κάνοντας έρευνες, συμπεριλαμβανομένων και ερευνητικών γεωτρήσεων, εντός των οικοπέδων της Κυπριακής ΑΟΖ, αφετέρου προχώρησε στο διαβόητο μνημόνιο με την κυβέρνηση της Τρίπολης.

Η προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων

Ιδίως μετά τη υπογραφή του τουρκολιβυκού «μνημονίου» και με δεδομένο ότι από αρκετές πλευρές αυτό θεωρήθηκε ότι παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, με πιο χαρακτηριστική τη σχετική θέση της ΕΕ, η Τουρκία χρειαζόταν βήματα που να κατοχυρώνουν στην πράξη τις αξιώσεις της. Θέλει να δείξει με κάθε τρόπο ότι δεν μείνει έξω από τη διανομή των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην περιοχή. Αυτό εξηγεί και την ιδιαίτερη επιμονή να δείξει δραστηριότητα και έρευνα στην περιοχή, με συχνές αποστολές των ερευνητικών σκαφών και των ερευνητικών γεωτρυπάνων.

Αυτό δημιουργούσε το ερώτημα ως προς το πότε η Τουρκία θα δοκίμαζε να προχωρήσει σε έρευνα εντός της υποτίθεται άρτι οριοθετημένης ΑΟΖ της, πέραν των κινήσεων που έχει κάνει ήδη στα όρια της Κυπριακής ΑΟΖ.

Αυτό εξηγεί και την ένταση που προκάλεσε η κίνηση του Ορούτς Ρέις. Γιατί εάν δεν ήταν απλώς μια απόκλιση από την αρχική του κίνηση, αλλά μια επιλογή όντως ερευνών στα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, αυτό θα σηματοδοτούσε την πρώτη απόπειρα να κάνει πράξη την υποτιθέμενη νέα οριοθέτηση.

Ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι το συγκεκριμένο τμήμα της γεωγραφικής έκτασης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στο οποίο κινήθηκε το τουρκικό σκάφος προσδιορίζεται από την επήρεια των ελληνικών νησιών, συμπεριλαμβανομένου του Καστελόριζου, δηλ. την κατεξοχήν περιοχή που η Τουρκία αμφισβητεί, αλλά εκεί και που θα θεωρούσε ότι θα μπορούσε να έχει και τα οφέλη σε μια διαπραγμάτευση ή διευθέτηση.

Η Αθήνα επέλεξε πάντως σε επίπεδο ρητορικής να υποβαθμίσει το γεγονός, υποστηρίζοντας ότι δεν επρόκειτο περί έρευνας, όμως τόσο η κινητοποίηση της φρεγάτας «Νικηφόρος Φωκάς», της ίδιας που τον Οκτώβριο του 2018 είχε σταλεί για την αντιμετώπιση των κινήσεων του «Μπαρμπαρός», ενός άλλου τουρκικού ερευνητικού σκάφους, εντός των γεωγραφικών ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, όσο και οι συσκέψεις που έγιναν παραπέμπουν σε ένα αρκετά πιο σοβαρό περιστατικό.

Η πρόταση για μορατόριουμ ερευνών και ο τουρκικός υπολογισμός

Η πρόσφατα διατυπωμένη τουρκική θέση για κοινό μορατόριουμ στις έρευνες μέχρις ότου επιλυθεί η διαφορά μεταξύ των δύο χωρών, αποτυπώνει με έναν τρόπο και μια πλευρά του τουρκικού σχεδιασμού.

Η Τουρκία προφανώς και γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να κατοχυρώσει το σύνολο των αξιώσεών της. Ταυτόχρονα, δείχνει να πιστεύει ότι μια συμπεφωνημένη προσφυγή στη Χάγη δεν θα τις έδινε όλα όσα θα ήθελε, ακόμη και εάν η απόφαση δεν ακολουθούσε το γράμμα του διεθνούς δικαίου και ιδίως της Διεθνούς Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας και επέλεγε και χρήση κριτηρίων ευθυδικίας.

Γι’ αυτό το λόγο και δείχνει να προτιμά τη δημιουργία τετελεσμένων πριν εκείνο το είδος απευθείας διαπραγμάτευσης που θα της έδινε αυτό που στα μάτια της φαντάζει δικαιότερη λύση. Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσονται και οι διάφοροι χειρισμοί που κάνει και η προσπάθεια έμπρακτης κατοχύρωσης αξιώσεων.

Είναι η επιδίωξη να διαμορφωθεί η εικόνα μιας διαφοράς και μιας αντιδικίας που πρέπει να λυθεί με τον τρόπο που η ίδια ορίζει τις αμοιβαίες υποχωρήσεις. Άλλωστε, όσο περισσότερες αξιώσεις προβάλλεις τόσο μεγαλύτερο περιθώριο έχεις να επιδείξεις μετά διάθεση υποχωρήσεων, που όμως θα κατοχυρώνουν σημαντικά κέρδη.

Γράψτε το σχόλιό σας