Ο Ερυθρός Αστέρας δεν είναι γεμάτος ακριβές μονάδες όπως ήταν η Μπασακσεχίρ, δεν έχει αυτό το κάτι μυστηριώδες που κουβαλούσε η Βικτόρια Πλζεν και δεν έχει τις πολυτέλειες της Κράσνονταρ – φυσικά δεν έχει καμία σχέση με την Τότεναμ και την Μπάγερν Μονάχου, που στο Καραϊσκάκη φέτος τα χρειάστηκαν. Αλλά ο Ολυμπιακός θα αγωνιστεί απόψε με την υποχρέωση να κερδίσει και ως εκ τούτου το πράγμα δεν είναι απλό. Αυτή η υποχρέωση είναι το ένα από τα τρία πράγματα που με προβληματίζουν για το αποψινό κρίσιμο ματς.

Στο Τσάμπιονς λιγκ ο Ερυθρό Αστέρας φέτος έκανε τη χειρότερη παρουσία: από την Μπάγερν και την Τότεναμ οι Σέρβοι μάζεψαν συνολικά 18 γκολ. Τον Ολυμπιακό όμως στο Μαρακανά τον κέρδισαν. Μόλις ο Αστέρας βρέθηκε με παίκτη παραπάνω μετά την αποβολή του Μπενζιά, ο Βλάνταν Μιλόγεβιτς έριξε στο γήπεδο φρέσκους παίκτες στην επίθεση και γύρισε το ματς παίρνοντας μεταξύ άλλων και δυο γκολ από κόρνερ. Ηταν το πρώτο ματς στο οποίο φάνηκε μια δυσκολία του Ολυμπιακού στις στημένες φάσεις – δυσκολία που είδαμε και στη συνέχεια στα ματς με την Μπάγερν, την Τότεναμ, αλλά και τον ΠΑΟΚ στο ελληνικό πρωτάθλημα. Όχι τυχαία αυτή την δυσκολία την είχε εντοπίσει πρώτος ο Μιλόγεβιτς.

Ο Μίλο που αρέσει σε όλους

Δεν μου έκανε εντύπωση ότι το όνομα του Σέρβου προπονητή κυκλοφορούσε για μέρες στο ρεπορτάζ της ΑΕΚ. Ο «Μίλο» έχει στην Ελλάδα πολλούς θαυμαστές. Σε ένα πρωτάθλημα στο οποίο τα μεγάλα ματς είναι πραγματικά λίγα, ο προπονητής ο οποίος καταφέρνει να κερδίσει κάποια από αυτά με κινήσεις από τον πάγκο και αλχημείες απολαμβάνει μιας τεράστιες εκτίμησης, όποιος κι αν είναι. Στις σοβαρές ποδοσφαιρικά χώρες μετράει κυρίως η δυνατότητα κατασκευής μιας ομάδας, η ικανότητα του προπονητή να πάρει ό,τι καλύτερο μπορεί από το ρόστερ βελτιώνοντας ποδοσφαιριστές, η ίδια η πρόοδος μιας ομάδας έτσι όπως αυτή αποτυπώνεται στη θεαματικότητά της. Εδώ που πιστεύουμε αποκλειστικά στο Θεό που λέγεται αποτέλεσμα το πράγμα είναι τελείως διαφορετικό: στην Ελλάδα η αίσθηση που υπάρχει είναι ότι οι ελληνικές μεγάλες ομάδες μπορούν να κερδίσουν μέσα έξω όλες τις μικρομεσαίες του πρωταθλήματος χωρίς να χρειάζονται προπονητή και ότι αντιθέτως τον προπονητή τον έχουν ανάγκη στα πέντε – έξι δύσκολα παιχνίδια της σεζόν. Ο Μιλόγεβιτς, που αυτά τα παιχνίδια ειδικά μπορεί να τα διαβάζει σωστά, θα έχει πάντοτε θαυμαστές στα μέρη μας: οι προτάσεις από ελληνικές ομάδες δεν θα του λείπουν. Όπως και οι υπερβολές για τις ικανότητές του, που είναι πάντως πολλές. Αλλά δεν είναι ο καλός «Μίλο» το πρόβλημα του Ολυμπιακού απόψε.

Γιατί έχασε στο Βελιγράδι

Ο Ολυμπιακός για να κερδίσει απόψε πρέπει πρώτα από όλα να ‘χει καταλάβει γιατί έχασε το πρώτο ματς. Ακριβώς επειδή εκείνη η ήττα του ήταν η πρώτη του στη σεζόν είχε αντιμετωπιστεί με αρκετά σπασμωδικό τρόπο και όχι μόνο από όσους οπαδούς που ξημεροβραδιάζονται στα social media. Στο ειδώλιο των κατηγορούμενων είχαν καθίσει, όχι με τις ίδιες κατηγορίες ο Μαρτίνς, ο Μπενζιά και ο Μεριά. Ο Μάρτινς ήταν κατηγορούμενος από τους περισσότερους για  το μεγάλο το rotation, ο Μπενζιά είχε μάλλον πέσει στα μαλακά για την ανόητη αποβολή του, ενώ κι ο Μεριά έπρεπε να απολογηθεί για το λάθος του που είχε προκαλέσει το γκολ της ισοφάρισης πριν αποδειχτεί και επιθετικά μοιραίος διότι είχε αστοχήσει μετά από ένα κόρνερ στην καλύτερη ευκαιρία που είχε δημιουργήσει πιθανότατα ο Ολυμπιακός στο ματς.

Φυσικά όλα αυτά ήταν αναγνώσεις που έγιναν εκ των υστέρων. Αποτελούν  απαντήσεις στην ερώτηση «πώς έχασε ο Ολυμπιακός» και όχι στην ερώτηση «γιατί έχασε» που απόψε είναι και περισσότερο επίκαιρη. Αν αυτή ο Μάρτινς την έχει απαντήσει, δεν θα υπάρξει πρόβλημα. Σε κάθε άλλη περίπτωση τα χτυποκάρδια είναι εξασφαλισμένα.

Για μένα το γιατί έχασε ο Ολυμπιακός στο Βελιγράδι είναι σχετικά απλό: έχασε εκείνο το παιχνίδι διότι οι παίκτες του αποδείχτηκαν ανέτοιμοι να διαχειριστούν τη δυσκολία που προέκυψε στην εξέλιξη του ματς. Ο Μάρτινς έχει τη βεβαιότητα ότι το παιχνίδι με τους Σέρβους δεν έχει τακτικά μυστικά και ότι η ομάδα του μπορούσε να το κερδίσει κάνοντας σωστά τα στοιχειώδη, δηλαδή κρατώντας τον αντίπαλο μακριά από την περιοχή και κάνοντας μία καλούτσικη κατοχή μπάλας. Οταν αποβλήθηκε ο Μπενζια φάνηκε ότι ο Ολυμπιακός ήταν απροετοίμαστος να δεχτεί πίεση, αλλά και ότι δεν είχε τρόπους να χτυπήσει στις αντεπιθέσεις: όταν σταμάτησε να έχει τη μπάλα, σταμάτησε και να παίζει. Όταν ο Μίλο τα κατάλαβε όλα αυτά, ρίσκαρε φορτώνοντας την επίθεση του και με μία μεγάλη δόση τύχης πήρε τελικά το ματς που ουσιαστικά κρίθηκε στη χαμένη ευκαιρία του Μεριά. Σε ένα παιχνίδι κορώνα γράμματα όλα μπορεί να κριθούν μέσα σε ένα λεπτό: μία χαμένη ευκαιρία από τη μία και ένα γκολ από την άλλη αρκούν για να διαμορφωθεί ένα αποτέλεσμα.

Ενας περίεργος εφησυχασμός

Ο Ολυμπιακός απόψε πρέπει να αποφύγει αυτό κυρίως, δηλαδή να παίξει ένα παιχνίδι σκάκι, με ελάχιστες ευκαιρίες και αρκετή υπομονή. Οταν νοιώθεις ότι είσαι καλύτερος από τον αντίπαλο σε συμφέρει πάντα να παιχτεί περισσότερο ποδόσφαιρο. Ο Ολυμπιακός είναι καλύτερος από τον Ερυθρό Αστέρα: αυτό που πρέπει να κάνει είναι να ανοίξει το ματς και να παίξει για να κερδίσει και όχι για να παίξει για να κερδίσει 1-0, όπως οι ελληνικές ομάδες συνηθίζουν να κάνουν σε αυτές τις περιπτώσεις: αυτό νομίζω ήταν που είχε προσπαθήσει να κάνει στο Βελιγράδι. Τότε αρκούσε μία αποβολή και μία χαμένη ευκαιρία για να πάει το πράγμα στράφι. Και γιατί σε ματς που δεν παίζεται πολύ ποδόσφαιρο ο καθένας μπορεί να έχει ελπίδες…

Τέλος δεν κρύβω ότι με προβληματίζει κι ένας παράξενος εφησυχασμός που διακρίνω και που βασίζεται στη βεβαιότητα ότι ο Ολυμπιακός είναι πολύ καλύτερος από τον Αστέρα. Είναι αλήθεια ότι η ελληνική ομάδα έχει κάνει ένα καλύτερο Τσάμπιονς λιγκ από τους Σέρβους και ότι η ήττα της στο πρώτο ματς ήταν αποτέλεσμα και κάποιων συγκυριών. Αλλά για τον Αστέρα το απόψινο ματς δεν έχει σχέση με τα προηγούμενα και στην ενδεκάδα του υπάρχουν κάποιοι που τον Ολυμπιακό τον ξέρουν καλά: ο Μάρκο Μαρίν πρώτος από όλους. Ο Ολυμπιακός καλείται να κάνει ένα ματς ανάλογο με αυτό που έκανε στα προκριματικά του καλοκαιριού με ένα αντίπαλο όμως που έχει να υπερασπιστεί ένα αποτέλεσμα – πράγμα που δεν είχαν να υπερασπιστούν η Πλζεν, η Μπασακσεχίρ και η Κρασνονταρ. Πρέπει να το κάνει χωρίς τον Βαλμπουενά, που μπορεί να βοηθήσει επιθετικά παίζοντας κάθετα και δημιουργώντας υπεραριθμίες στο πλάι, αλλά και χωρίς τον Σουντανί που στο Καραϊσκάκη ξεκλειδώνει κλειστές άμυνες. Πρέπει επίσης να το κάνει χωρίς τους χώρους που του έδωσαν στο Καραϊσκάκη η Τότεναμ και η Μπάγερν που ήρθαν εδώ να παίξουν για να τον κερδίσουν. Και πρέπει να το κάνει παίζοντας πιθανότατα με τρεις κόφτες – κι αυτό δεν είναι απλό σε μια διοργάνωση που τα προβλήματα στη δημιουργία πληρώνονται έστω κι αν προκύψουν για ένα και μόνο βράδυ: ρωτήστε τον Αγιαξ, την Ιντερ, την Ζενίθ, που πέταξαν προκρίσεις που νόμιζαν πως είχαν στην τσέπη.

Δεν θα είναι εύκολο τίποτα κόντρα στους Σέρβους και γιατί αυτή τη φορά στο πρωτάθλημα δεν έγινε rotation. Και το υπογραμμίζω γιατί ακούω πολλούς να ισχυρίζονται το αντίθετο…

Γράψτε το σχόλιο σας