Καθόλου τυχαία ο Πρωθυπουργός ζήτησε από τους υπουργούς του να υπενθυμίζουν στους πολίτες ότι τα καλύτερα έρχονται στη μείωση των φόρων. Και ότι οι δεσμεύσεις για κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης και του φόρου επιτηδεύματος θα ισχύσουν στο ακέραιο για την τετραετία.

Γιατί μπορεί η κυβέρνηση να έφερε 30 νομοσχέδια μέσα στους πρώτους έξι μήνες της θητείας της, αλλά η λαϊκή εντολή με την οποία εκλέχθηκε παραμένει ανοικτή και ανεκπλήρωτη. «Μειώστε τους φόρους» και «βάλτε τέλος στην υπεροφρολόγηση» ζήτησαν οι πολίτες από την κυβέρνηση αυτή. Και εδώ στο τέλος θα γίνει ο λογαριασμός.

Βεβαίως, κέρδισε πόντους και εντυπώσεις η κυβέρνηση με την εγρήγορση και την πολιτική βούλησή της να πάρει δύσκολα μέτρα για να σταματήσει ο κατήφορος της ΔΕΗ. Και επίσης, μια σειρά από νέους νόμους που έφερε, όπως ο αναπτυξιακός και το Φορολογικό, αλλά και η αναθεώρηση του Συντάγματος, παρά τις μεγάλες αδυναμίες της, μαζί με την κατάργηση του αναχρονιστικού ασύλου στα πανεπιστήμια, πιστώνονται στα θετικά της διακυβέρνησης τους τελευταίου εξαμήνου. Ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται την υπόθεση των αναδρομικών των συνταξιουχών θα πρέπει να της πιστωθεί.

Δείχνει την πρόθεσή της να συμμορφωθεί χωρίς νέες καθυστερήσεις με τις αποφάσεις του ΣτΕ επιδιώκοντας, παράλληλα, να ξεκαθαρίσει πλήρως το τοπίο, στο κρίσιμο αυτό θέμα, μέσα στους πρώτους μήνες του 2020. Και, παρότι το Μεταναστευτικό δείχνει ανεξέλεγκτο, προς το παρόν, δεν φαίνεται να έχει πλήξει το Μαξίμου.

Θα έλεγε κανείς ωστόσο ότι όλα αυτά είναι εκκρεμότητες που ανελήφθησαν από το παρελθόν. Παρακαταθήκες των μεγάλων αδυναμιών της προηγούμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να λύσει μικρά και μεγαλύτερα προβλήματα στην οικονομία και στην κοινωνία. Γι’ αυτό και η ταχύτητα με την οποία προωθήθηκαν τα νομοσχέδια και οι αποφάσεις στο διάστημα αυτό έδωσαν μια καθαρή πολιτική νίκη στην κυβέρνηση Μητσοτάκη έναντι του αιφνιδιασμένου και αμήχανου ΣΥΡΙΖΑ που εξακολουθεί να βλέπει νεοφιλελεύθερα φαντάσματα.

Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και έχει κερδίσει το κέντρο του γηπέδου, αλλά εξακολουθεί να βάζει γκολ γιατί είναι «τρύπια» η άμυνα του ΣΥΡΙΖΑ. Και όχι γιατί η ίδια είναι Μπαρτσελόνα στην επίθεση. Ακόμη και η φετινή μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 22% ήρθε με κεκτημένη ταχύτητα από υπερπλεονάσματα του τρέχοντος, υπερφορολογημένου, προϋπολογισμού. Ενώ ο δικός της, πρώτος προϋπολογισμός του 2020 προβλέπει μεν φοροελαφρύνσεις αλλά ιδιαίτερα «φτωχές» για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, την ώρα που η μεσαία τάξη βλέπει το ματς από τον πάγκο.

Το 2020 όμως δεν μπορεί να περιμένει. Η κυβέρνηση, για να εξακολουθεί να διαμορφώνει την πολιτική ατζέντα, θα πρέπει να πάρει μαθήματα από την Μπαρτσελόνα. Δεν αρκούν ούτε οι διατάξεις του νέου Φορολογικού που συζητείται στη Βουλή ούτε η αναθέρμανση των υποσχέσεων που, για ευνόητους πολιτικούς λόγους, έκανε ο Πρωθυπουργός στο Υπουργικό Συμβούλιο.

Το επόμενο έτος θα πρέπει να ανακοινωθεί ένα χρονοδιάγραμμα μείωσης των φόρων, άμεσης εφαρμογής. Προϋποθέτει αυτό βεβαίως τη συμφωνία με τους δανειστές για τα μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα. Οσο πιο γρήγορα επιτευχθεί τόσο το καλύτερο για την κυβέρνηση και τη χώρα. Γιατί αλλιώς ούτε η οικονομία θα ξεφύγει από τα δεσμά της ούτε οι φορολογούμενοι θα νιώσουν ότι κάτι αλλάζει. Και μην ξεχνάμε ότι ο λαϊκισμός παραμονεύει..

Γράψτε το σχόλιο σας