Η διαπίστωση από την έρευνα της Metron Analysis για το «Βημα» ότι οι πολίτες θεωρούν ως βασικότερο πρόβλημα το προσφυγικό-μεταναστευτικό και μάλιστα με το εντυπωσιακό ποσοστό του 33%, την ώρα που το Σεπτέμβρη το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 8%, διαμορφώνει ένα νέο τοπίο πάνω στο οποίο τα κόμματα καλούνται να χαράξουν πολιτική αλλά και να αναζητήσουν τυχόν συναινέσεις.

Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση έχει πάρει το μήνυμα και γι’ αυτό οι δηλώσεις σε υψηλούς τόνους του Κ. Μητσοτάκη χθες από την Ιταλία.

«Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση αποτελεί, επίσης, ένα θέμα που απασχολεί ιδιαιτέρως και τις δύο πλευρές. Η Ελλάδα είναι ανατολικό σύνορο της Ευρώπης. Είναι χώρα εισόδου, δοκιμάζεται από ένα τεράστιο φορτίο ροών. Πολλαπλάσιο των δυνατοτήτων της να τις διαχειριστεί και, δυστυχώς, διαρκώς αυξανόμενο. Είναι κάτι που εντείνει τις ανησυχίες μας», σημείωσε ο κ. Μητσοτάκης.

Και συνέχισε: «Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν απαραίτητη την τήρηση των προβλέψεων της Κοινής Δήλωσης Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας. Απαραίτητη, όμως, γίνεται και η ενίσχυση της αλληλεγγύης σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Θέλει έτσι να κινητοποιήσει την Ευρώπη για να επωμιστεί το βάρος που της αναλογεί.

Στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό διαμορφώνονται νέα δεδομένα. Είναι σαφές ότι η ιεράρχηση αυτού του προβλήματος έχει να κάνει με τον τρόπο που αυτό προβλήθηκε, όχι μόνο στη βάση της σχετικής αύξησης των αφίξεων αιτούντων ανθρωπιστική προστασία στα ελληνικά νησιά (που πάντως απέχει ακόμη από την κλίμακα των αφίξεων το 2015-2016, όταν από την Ελλάδα πέρασε κοντά ένα εκατομμύριο πρόσφυγες), αλλά και του τρόπου που ίδια η κυβέρνηση επέλεξε να το αναδείξει σε ένα κομβικό θέμα γύρω από το οποίο πήρε δύο σημαντικές πρωτοβουλίες: Την διαμόρφωση νέου θεσμικού πλαισίου για τη χορήγηση ασύλου, με στόχο την επιτάχυνση των διαδικασιών και των διευκόλυνση των επιστροφών και των απελάσεων.

Και την εξαγγελία για δημιουργία κλειστών δομών στα νησιά που θα λειτουργούν ταυτόχρονα ως κέντρα υποδοχής και τεκμηρίωσης και ως προαναχωρησιακά κέντρα για όσους δουν τις αιτήσεις τους να απορρίπτονται.

 

Πώς ένα πρόβλημα αναδεικνύεται σε κεντρικό

Όσοι έχουν εμπειρία από δημοσκοπήσεις και γενικά τις τάσεις της κοινής γνώμης, επισημαίνουν ότι απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν τα προβλήματα μιας χώρα συχνά καθορίζονται και από τον τρόπο που ορισμένα ζητήματα κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα.

Και είναι αλήθεια ότι το τελευταίο διάστημα, τόσο από τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες όσο και από τις αντιδράσεις και στα νησιά για τον υπερπληθυσμό και στην ενδοχώρα για τη μετεγκατάσταση αιτούντων ανθρωπιστική προστασία, το θέμα του προσφυγικού-μεταναστευτικού έχει μια κεντρική θέση στη δημοσιότητα.

Με έναν τρόπο η ίδια η ανάδειξη του σε κεντρικό δημόσιο θέμα συζήτησης έχει εν μέρει και ως «παρενέργεια» οι πολίτες να το ιεραρχούν ως πρόβλημα, ακόμη και εάν στην πραγματικότητα δεν τους αφορά με έναν άμεσο τρόπο.

Αυτό έγινε ακόμη πιο έντονο και από τον τρόπο που η ίδια η κυβέρνηση όχι μόνο προβάλλει τις πρωτοβουλίες πάνω σε αυτό το ζήτημα αλλά το χρησιμοποιεί και ως πεδίο αντιπαράθεσης με την αξιωματική αντιπολίτευση, χρεώνοντας στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα την ευθύνη για τα συσσωρευμένα προβλήματα.

Την ίδια στιγμή είναι προφανές ότι διάφοροι κύκλοι, συχνά συνδεδεμένοι με την ακροδεξιά, έχουν επιλέξει να επικεντρώσουν σε αυτό το ζήτημα, θεωρώντας ότι έτσι μπορούν να κερδίσουν αποδοχή. Αυτό έχει φανεί ιδιαίτερα έντονα στην επαρχία όπου συχνά οι «τοπικές αντιδράσεις» είναι μάλλον μειοψηφικές και δεν εκφράζουν την τοπική κοινωνία.

 

 

Ο κίνδυνος εγκλωβισμού

Ο τρόπου που ανακυκλώνεται μέσα στη δημόσια σφαίρα μια ολόκληρη ρητορική περί του προβλήματος και των κινδύνων από το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, ενέχει τον κίνδυνο να οδηγήσει σε ένα εγκλωβισμό σε μια ορισμένη κατεύθυνση αντιμετώπισής του.

Ο τρόπος που για παράδειγμα στην ορισμένες περιοχές της χώρας μειοψηφικές «τοπικές αντιδράσεις» συχνά ενορχηστρωμένες από ακροδεξιούς κύκλους οδήγησαν στη διαμόρφωση κλίματος που με τη σειρά του οδήγησε ακόμη και σε αποφάσεις κατά της μετεγκατάστασης προσφύγων και μεταναστών στην ενδοχώρα, είναι από αυτή την άποψη ιδιαίτερα χαρακτηριστικός.

Ας μην ξεχνάμε ότι στην εποχή του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συχνά διαμορφώνονται υπερβολικά εύκολα τάσεις και δυναμικές που συχνά νομιμοποιούν μια «σκληρή γραμμή» ακόμη και εάν αυτή μπορεί να είναι από αλυσιτελής έως επικίνδυνη. Ότι μπορεί να ακούστηκαν δηλώσεις ακόμη και για «ξερονήσια» και δη από βουλευτή είναι από αυτή την άποψη ιδιαίτερα ενδεικτικό.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό. Σε όλο τον κόσμο παρατηρείται το φαινόμενο οι αρνητικές και δυστοπικές προβλέψεις για το προσφυγικό και μεταναστευτικό να κυριαρχούν στην δημόσια συζήτηση, να θεωρούνται αυτονόητες, να δεσμεύουν τα κόμματα σε μια συγκεκριμένη «σκληρή γραμμή», ιδίως εκεί όπου καραδοκεί εκλογικά η ακροδεξιά και όλο αυτό να οδηγεί σε ιδιαίτερα προβληματικές πολιτικές επιλογές.

Να το πούμε απλά: σε σχέση με τις πραγματικές διαστάσεις του προσφυγικού και του μεταναστευτικού ζητήματος στην Ευρώπη μόνο στενάχωρες σκέψεις μπορεί να προκαλέσει η διαπίστωση ότι μια σειρά από μέτρα, που δυστυχώς καταλήγουν να αντιμετωπίζουν χώρες όπως η Ελλάδα ως «φραγμούς» αφετηρία έχουν πολύ περισσότερο το ιδεολογικό κλίμα που διαμορφώνεται και την ηγεμονία ακροδεξιών απόψεων, παρά πραγματικά ζητήματα ή προβλήματα.

 

Η ανάγκη χάραξης πολιτικής πέραν του «κλίματος»

Όλα αυτά φέρνουν το πολιτικό σύστημα αντιμέτωπο με την πρόκληση να χαράξει πολιτική που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές διαστάσεις του ζητήματος, να έχει ως πρώτη προτεραιότητα το σεβασμό της ζωής και της αξιοπρέπειας, να αναγνωρίζει ότι τόσο το άσυλο όσο και η μετανάστευση ιστορικά αντιμετωπίστηκαν και ως δικαιώματα και όχι μόνο ως «προβλήματα» και φυσικά να πιέζει για την αλλαγή μιας ευρωπαϊκής πολιτικής που σε μεγάλο βαθμό επιτείνει τα προβλήματα και δεν τα λύνει.

 

 

Η ουσιαστική άτυπη κατάργηση του δικαιώματος ασύλου στο πλαίσιο της «Ευρώπης-Φρούριο», οι περιορισμοί που θέτει η Κοινή Δήλωση ΕΕ και Τουρκίας και η απροθυμία πραγματικής αναθεώρησης του καθεστώτος για το άσυλο, ώστε αυτό να μην φαλκιδεύεται ούτε να αναιρείται, είναι μερικά από τα πραγματικά εμπόδια που έχει να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε προσπάθεια για μια πολιτική αρχών πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Όμως, από την άλλη η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η λογική της αποτροπής, του εγκλεισμού και των μαζικών επιστροφών δεν ανακόπτει τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές, αλλά απλώς αυξάνει τους κινδύνους, την ταλαιπωρία και την παραβίαση στοιχειωδών δικαιωμάτων για ανθρώπους που, ας μην το ξεχνάμε, απλώς διεκδικούν να ξεφύγουν από την φτώχεια, τον πόλεμο και τις πολιτικές διώξεις.

Γράψτε το σχόλιο σας