Υπάρχει φως στο τούνελ; Υπάρχει. Το αποδεικνύει η επικαιροποιημένη ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους που περιλαμβάνεται στην έκθεση της Κομισιόν για την ελληνική οικονομία η οποία δημοσιεύτηκε αυτή την εβδομάδα.

Στο ευνοϊκό σενάριο της ανάλυσης, που προβλέπει τη διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα, το δημόσιο χρέος της χώρας κάνει βουτιά στο 60% του ΑΕΠ (!) το 2055. Απίστευτο κι όμως αληθινό, αν σκεφθεί κανείς ότι σήμερα το ελληνικό δημόσιο χρέος βρίσκεται στο 173,3% του ΑΕΠ και το 2020 προβλέπεται να πέσει στο 167%. Θα μου πείτε, έπειτα από 35 χρόνια, ποιος ζει ποιος πεθαίνει. Ετσι είναι αυτά, χρειάζονται δεκαετίες. Οπως, άλλωστε, συμβαίνει και στις περιπτώσεις χρεοκοπίας. Λανθασμένες πολιτικές δεκαετιών οδηγούν μια οικονομία στη χρεοκοπία. Και χρειάζονται, μετά, άλλες τόσες και ακόμη περισσότερες για να επανέλθει πλήρως η κανονικότητα.

Μάλιστα! Σε 35 χρόνια από τώρα έχουμε ελπίδες να πέσει το χρέος κατά 113% του ΑΕΠ, αν ισχύσει η προϋπόθεση των χαμηλών επιτοκίων στην παγκόσμια και στην ελληνική οικονομία. Δεν γίνονται αυτά από τη μια στιγμή στην άλλη, όπως υποκριτικά (ή από έλλειψη γνώσης) επιχειρηματολογούσε ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του το 2012, θέτοντας το ερώτημα: γιατί ύστερα από δύο χρόνια Μνημόνια (τότε) δεν είχε μειωθεί το χρέος αλλά συνέχιζε να αυξάνεται. Από τα κεντρικά συνθήματα της αντιπολιτευτικής ρητορικής του, που τον βοήθησαν να πάρει την εξουσία με τα γνωστά, επώδυνα, αποτελέσματα.

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η νέα ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, υπό το φως των δηλώσεων Σεντένο και Ντροπρόβσκις που έκαναν σαφές ότι τα χαμηλά επιτόκια θα ληφθούν υπόψη στις αποφάσεις για τα πρωτογενή πλεονάσματα της Ελλάδας, δείχνει ότι θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη η μείωση του στόχου του 3,5% του ΑΕΠ για το 2021. Το περιβάλλον εξακολουθεί να είναι ευνοϊκό στις διεθνείς αγορές, παρά τις πρόσφατες αναταράξεις και όσο τα σύννεφα της ύφεσης εξακολουθούν να απειλούν την παγκόσμια οικονομία, τα επιτόκια δεν πρόκειται να αυξηθούν.

Από την άλλη και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπως προκύπτει από τον προϋπολογισμό που κατέθεσε στη Βουλή, τηρεί τις δεσμεύσεις απέναντι στους δανειστές και προχωρά σε μεταρρυθμίσεις.

Ακόμη και στο θέμα του κοινωνικού μερίσματος του Δεκεμβρίου η κυβέρνηση φαίνεται να το ξανασκέφτεται μετά και τις πιέσεις της Κομισιόν, προετοιμάζοντας μικρότερο καλάθι από ό,τι προγραμμάτιζε αρχικά. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα μεγάλο ποσό από το υπερπλεόνασμα δεν θα κατατεθεί για παροχές αλλά για εξόφληση των υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τη ΔΕΗ, ενώ από εκεί θα διατεθούν χρήματα και για τη δημιουργία των νέων κέντρων φιλοξενίας των μεταναστών. Ο,τι περισσέψει θα πάει στους οικονομικά αδυνάτους, εκτός και αν έχουμε εκπλήξεις…

Το ερώτημα, βεβαίως, παραμένει. Φτάνει το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων για να βγούμε οριστικά από το τούνελ; Οχι, χρειάζεται ισχυρή ανάπτυξη, βασική κινητήρια δύναμη της οποίας είναι η μεσαία τάξη η οποία περιμένει από την κυβέρνηση γενναίες κινήσεις που θα μειώνουν την υπερφορολόγησή της. Μέχρι τώρα έχει δει ελαφρύνσεις μόνο στον ΕΝΦΙΑ. Δεν φθάνουν. Απαιτούνται παρεμβάσεις και στον φόρο εισοδήματος καθώς όσοι έχουν και δηλώνουν μεσαία εισοδήματα πληρώνουν τουλάχιστον τα μισά στην Εφορία.

Γράψτε το σχόλιο σας