«Η Χούντα δεν τελείωσε το ’73».

Είναι ένα σύνθημα που επανήλθε αυτές τις ημέρες, έπειτα από μια 4ετή περίοδο… ΣΥΡΙΖΑ όπου δεν υπήρχε Χούντα, όπου είχε τελειώσει ξαφνικά, όσο ξαφνικά επανήλθε με την αλλαγή της κυβέρνησης.

Όμως, αυτή είναι μια άλλη συζήτηση, μια συζήτηση για το πώς την Ιστορία τη γράφουν μόνο εκείνοι που πιστεύουν ότι τους ανήκει.

Το ερώτημα είναι αν όντως η Χούντα τέλειωσε με το Πολυτεχνείο ή αν έχουμε μια άλλου είδους κατάσταση που δικαιολογεί την συνθηματολογία

Η λέξη Χούντα είναι ισπανική λέξη και δε σημαίνει κατ’ ανάγκη κάτι κακό. Είναι γενικώς η διοίκηση, που θα μπορούσε να είναι και η δημόσια.

Στην Ελλάδα, όμως, πήρε αρνητική χροιά διότι η στρατιωτική διοίκηση των Συνταγματαρχών έβαλε τη χώρα στο γύψο για 7 χρόνια.

Οσα χρόνια κράτησε και η «αφασία» του ελληνικού λαού, ο ωχαδερφισμός, το βόλεμα και η παντελής έλλειψη αντίδρασης, πλην ελαχίστων περιπτώσεων.

Μην ξεχνάμε ότι το πραξικόπημα του 1967 βρήκε το πολιτικό σύστημα (και την Αριστερά) με τις πυτζάμες και τα σώβρακα. Τον δε ελληνικό λαό απλά να κοιτάζει αποχαυνωμένος μια δράκα ανόητων στρατιωτικών να καταλύει τη Δημοκρατία.

Τέλειωσε, λοιπόν, η Χούντα το 1973 ή έχουν δίκιο όσοι επιμένουν ότι είναι εδώ και γι’ αυτό είναι και διαρκής η αναγκαιότητα των κοινωνικών αγώνων;

Είναι μια κουβέντα που ο καθένας βλέπει από τη δική του σκοπιά αυτά που θεωρεί «Χούντα», αυτά που θεωρεί αντιδημοκρατικά.

Σίγουρα, η μεταπολιτευτική περίοδος είναι ίσως η πιο δημοκρατική (και πιο ειρηνική) που έζησε αυτός ο ταλαιπωρημένος και διχασμένος τόπος.

Όμως, υπάρχουν καταστάσεις που θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν περιποιούν τιμή στη Δημοκρατία μας, στους κοινωνικούς αγώνες, στις θυσίες πραγματικών αγωνιστών και πατριωτών για μια ελεύθερη, πιο δίκαιη, πιο δημοκρατική, πιο ανθρώπινη Ελλάδα.

Κατά τη γνώμη μου η Χούντα δεν τελείωσε το 1973, αλλά όχι όπως τη βλέπουν ορισμένοι τζάμπα αγωνιστές και «αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά», που έλεγε και ο Πορτοκάλογλου.

Για μένα Χούντα είναι άλλα πράγματα, κακώς κείμενα που πρέπει να διορθώσουμε αν θέλουμε να έχει μέλλον αυτή η χώρα, αν θέλουμε να ζήσουν τα παιδιά μας στην Ελλάδα κι όχι κάπου αλλού.

Χούντα είναι όταν κάποιος λέει ότι το…. ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο ή καλύτερα έχει παιδευτικό χαρακτήρα.

Χούντα είναι όταν αποθεώνουμε τον αστυνομικό που τραγούδησε με τον άστεγο αλλά περνάμε στα ψιλά όταν ένας μπάτσος δέρνει ένα παιδάκι επειδή φοράει κουκούλα. Ή όταν κάνουν συλλήψεις γιατί κάποιοι έκαναν… γιόγκα ή στραβοκοίταξαν τη διμοιρία των ΜΑΤ.

Χούντα είναι όταν κάποιος μεγαλοσχήμων λέει ότι ορισμένοι επιδιώκουν νέο «Γρηγορόπουλο», όμως, ξεχνά ότι το ταγκό θέλει δύο. Και το ταγκό του θανάτου ενός 15χρονου θέλει κι έναν Κορκονέα να τραβήξει όπλο.

Χούντα είναι όταν οι «Ελληναράδες» παίρνουν τη σημαία και τη σηκώνουν ψηλά με το ένα χέρι αλλά με το άλλο τρώνε τα ρατσιστικά τους σουβλάκια.

Χούντα είναι όταν μικρά παιδιά και γυναίκες, προσφυγόπουλα και μετανάστες χαρακτηρίζονται «ζώα», από τα παιδιά και τα εγγόνια προσφύγων και μεταναστών.

Χούντα είναι όταν τα βρέφη που έχουν εγκαταλειφθεί στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» δεν έχουν στον ήλιο μοίρα γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτά.

Χούντα είναι όταν οι αγώνες των φοιτητών το 1973 χρησιμοποιούνται από τα πολιτικά κόμματα προκειμένου να ξεπλύνουν την «κόκκινη» ή «μαύρη» φασίζουσα νοοτροπία τους.

Χούντα είναι όταν αυτοί στους οποίους ακουμπάμε τα όνειρά μας και τις ελπίδες μας τα τσαλαπατάνε και τα πετάνε στα σκουπίδια, αποθεώνοντας τα μνημόνια, το τσάκισμα των δικαιωμάτων και των διεκδικήσεων.

Χούντα είναι οι μικροί, καθημερινοί φασισμοί που ξεπηδάνε εκεί που δεν το περιμένουμε. Από τους χώρους δουλειάς μας μέχρι τους δρόμους, το διαδίκτυο, το ίδιο μας το σπίτι.

Χούντα είναι ο υφέρπων ρατσισμός για οτιδήποτε διαφορετικό. Από τον μαύρο μαθητή ή τον αλβανό φοιτητή μέχρι τον ομοφυλόφιλο, το άτομο με ειδικές ικανότητες, τον ψυχολογικά ασταθή.

Χούντα είναι ότι δεν υπάρχει έρωτας, τα μάτια είναι άδεια, οι καρδιές είναι παγωμένες, η ζωή είναι άχρωμη.

Χούντα είναι τα «κουτάκια» που βάζουμε μέσα τη ζωή μας, οι γραμμές που δεν τολμάμε να περάσουμε.

Αυτές, τις Χούντες πρέπει να τις πολεμήσουμε, να αγωνιστούμε, να τις νικήσουμε.

Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επειδή υπάρχουν όλα τα παραπάνω δεν πρέπει να ξεχνάμε τα μαύρα χρόνια της Χούντας των Συνταγματαρχών.

Εκείνη η Χούντα τέλειωσε, τα υπόλοιπα είναι εδώ, τα βιώνουμε. Το θέμα είναι αν τα αντέχουμε, αν μπορούμε να είμαστε απαθείς θεατές μιας χώρας που είναι βαθιά διχασμένη και αυτοκαταστροφική.

Που ακόμη και τους μύθους της τους θάβει στα μίση της.

Σε όλα αυτά δεν πρέπει να κλείσουμε τα μάτια. Ας θυμηθούμε τον Γιάννη Ρίτσο, τον ποιητή της Ρωμιοσύνης που έγραψε:

«Αργά που μεγαλώνει το μαχαίρι, αυτός που σιωπεί
δεν είναι που δεν έχει τίποτα να πει
δεν είναι τα δώδεκα καρφιά στον τοίχο,  η ακρίδα στο ποτήρι
είναι που περιμένει να ξεσφίξουν τα σαγόνια του».

Γράψτε το σχόλιο σας