Επιτέλους! Μια φωνή ψύχραιμη. Η άρθρωση ενός λόγου ουσιαστικού που «βλέπει» το Προσφυγικό με τα μάτια της λογικής και της συνείδησης και όχι μέσα από τους παραμορφωτικούς καθρέφτες του θυμικού. Μια άποψη που δεν σετάρει ψυχικές ιδιότητες, κοσμοθεωρίες και ιδεολογίες. Που δεν τσιμπάει στην εύκολη εξίσωση ότι η ορθοδοξία είναι κάτι το αναχρονιστικό, ότι δεν μπορεί να συντονιστεί με τις εξελίξεις, ότι αντιμάχεται τη διαφορετικότητα, τις μειονότητες, τον ξένο. Μία φωνή που έρχεται να μας θυμίσει ότι η παρρησία δεν είναι απαραίτητα κραυγή αλλά ψίθυρος που όμως μπορεί να ακουσθεί πολύ βροντερά.

Ο λόγος του επισκόπου Ωλένης, Αθανασίου ακούγεται σαν κατευναστική δύναμη σε μια κοινωνία που ζει έναν, έστω, διαδικτυακό εμφύλιο με αφορμή το Μεταναστευτικό, που απαντάει στο μίσος με μίσος, στη λοιδορία με λοιδορία, στην υστερία με υστερία, στο δηλητήριο με δηλητήριο. Επισημαίνει με ψυχραιμία ότι ένα πρόβλημα πριν καν λυθεί επείγει να αντιμετωπισθεί.

Και θυμίζει όχι απλώς την ανθρωπιστική αλλά τη φιλοσοφική διάσταση της Εκκλησίας. Αυτή που αποθεώνει τον ξένο όταν το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, μετά την περιφορά του Επιταφίου, ο ιερέας χτυπάει, σύμφωνα με το τελετουργικό, την πόρτα του ναού.

Τότε που λέει το  «Δος μοι τούτον τον ξένον». Και σε μετάφραση «Δώσε μου τούτον τον ξένο, που από βρέφος σαν ξένος φιλοξενήθηκε στον κόσμο, που οι ομόφυλοι από μίσος τον θανατώνουν σαν ξένο. (…) Δώσε μου τούτον τον ξένο, για να κρύψω σε τάφο, που σαν ξένος δεν είχε πού να γείρει το κεφάλι». Σαν κείμενο για το Προσφυγικό, γραμμένο σήμερα.

Εγγονή παπά κι εγώ, από εφηβική αντίδραση και μόνον, απομακρύνθηκα πολύ νωρίς από την Εκκλησία. Είναι αργά για να γυρίσω πίσω, δεν έχει νόημα πια άλλωστε. Δεν πιστεύω, ωστόσο ζηλεύω αυτούς που πιστεύουν. Το συνειδητοποίησα για πρώτη φορά όταν καταδύθηκα στον κόσμο του Ντοστογέφσκι. Αλλά και κάθε φορά που ακούω τους πατέρες Αθανάσιους αυτού του κόσμου.

Γράψτε το σχόλιο σας