Το επόμενο διάστημα θα συζητάμε ξανά για μια σειρά μεγάλων θεσμικών ζητημάτων που επανέρχονται εξ αφορμής της υπόθεσης Novartis, όπως η σχέση της εκτελεστικής εξουσίας με τη δικαιοσύνη και τα όρια της ποινικοποίησης της πολιτικής.

Πρόκειται για θέματα που, όταν ξεφεύγουν από την ακαδημαϊκή σφαίρα, συζητιούνται με όρους πολιτικής εχθροπάθειας που τα απογυμνώνει από τη θεσμική υπόστασή τους.

Η σκανδαλολογία είναι ένα μέσο που έχουν μεταχειριστεί, λιγότερο ή περισσότερο, σχεδόν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της μεταπολίτευσης.

 

Η ιστορία ενός σκανδάλου, υπαρκτού ή ανύπαρκτου, ξεκίναγε με μια αποκάλυψη, με μεγάλη δημοσιότητα, κορυφωνόταν με πολιτικές αντεγκλήσεις σε πολύ υψηλό επίπεδο, ενίοτε μεσολαβούσε και κάποια εκλογική ήττα, και κατέληγε πολύ λιγότερο… συναρπαστικά από ό,τι μας προμήνυαν.

 

Δεν έχουμε λίγες περιπτώσεις πολιτικών, δημόσιων λειτουργών ή στελεχών του Δημοσίου, που είχαν ενοχοποιηθεί στην κοινή γνώμη, για να αθωωθούν, χρόνια αργότερα, χωρίς να ασχοληθεί κανείς.

 

Εχει κανονικοποιηθεί, δε, η άποψη ότι αν κάποιος ανήκει σε μια συγκεκριμένη κάστα πρέπει να θεωρούμε τον διασυρμό του κάτι a priori φυσιολογικό αφού «αν είναι αθώος ας το πει το δικαστήριο», παραγνωρίζοντας ότι το να είσαι κατηγορούμενος συνοδεύεται από κόστος πραγματικό, επαγγελματικό, οικογενειακό κ.λπ.

 

Οπως, επίσης, ότι αυτές οι πρακτικές κι οι λογικές δεν πλήττουν μόνο «ισχυρούς». Από τη θεσμική ανεπάρκεια πλήττονται κυρίως αδύναμοι κι ας μην γίνονται πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες.

 

Οι υποθέσεις αυτές δεν άφησαν κανένα μακροπρόθεσμο όφελος, παρά μόνο εμπέδωσαν την ιστορική καχυποψία που τρέφει ο Ελληνας απέναντι στις «εξουσίες» που λειτουργούν στο όνομά του.

 

Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι «δεν μαθαίνουμε την αλήθεια», «δεν μπαίνει κανένας φυλακή», «καλύπτουν ο ένας τον άλλον» και όλα αυτά που έχουμε την τάση να υποτιμούμε, αφού είναι πιο εύκολο να καταγγείλουμε τον λαϊκισμό από το να διερωτηθούμε γιατί είναι τόσο δημοφιλής.

Από την άλλη, δεν μπορεί να προτείνεται ως αντίδοτο στην τοξικότητα της σκανδαλολογίας η συγκάλυψη. Οι δημοκρατίες, άλλωστε, έχουν εργαλεία. Το πολιτικό σύστημα είτε θα αποφασίσει να φτιάξει αυστηρούς θεσμούς που θα υπερβαίνουν τα πρόσωπα είτε θα συνεχίσει να πριονίζει τα ίδια του τα πόδια.