Υπάρχει ο εύκολος τρόπος, ο δύσκολος τρόπος και ο τρόπος των Βρυξελλών. Αυτό αποδεικνύεται για άλλη μια φορά με αφορμή την εν εξελίξει διαπραγμάτευση μεταξύ των ηγετών των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για τα πρόσωπα που θα καταλάβουν τις βασικές θέσεις  ευθύνης των ευρωπαϊκών θεσμών.

«Μα δεν υπήρχε ο θεσμός των Spitzenkandidaten;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος καλοπροαίρετα. Υπάρχει αλλά δεν σημαίνει πολλά, όπως δεν σήμαινε πολλά και όταν θεσπίστηκε.

Αναφερόμαστε στην επιλογή που πρωτοξεκίνησε στις προηγούμενες ευρωεκλογές οι μεγάλες πολιτικές οικογένειες να ορίσουν έναν υποψήφιο για την θέση του Προέδρου της Επιτροπής. Βέβαια, δεν ήταν ένας τυπικός υποψήφιος, καθώς τελικά την απόφαση πάλι οι κυβερνήσεις θα την έπαιρναν.

Την περασμένη φορά τα πράγματα φάνηκε να λειτουργούν, κυρίως όμως γιατί τότε το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και οι Σοσιαλιστές μπορούσαν να έχουν ακόμη την πλειοψηφία και να επαναλάβουν μια παραδοσιακή μοιρασιά: ο Ζαν Κλωντ Γιουνκέρ από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα ως πρόεδρο της Επιτροπής και ο Μάρτιν Σουλτς από τους Σοσιαλιστές για τη θέση του προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου.

Μόνο που τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν είναι μόνο ότι δεν υπάρχει η αναγκαία πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και των Σοσιαλιστών. Κυρίως είναι ότι δεν υπάρχει ο ίδιος βαθμός συναίνεσης και ως προς τα πρόσωπα και ως προς την εκπροσώπηση των χωρών, αλλά στην πραγματικότητα ούτε και ως προς την προοπτική της Ευρώπης.

 

Το βαρύ χνάρι των γερμανικών επιλογών και το ερώτημα του προσανατολισμού

Οι προηγούμενες ευρωεκλογές ολοκλήρωσαν μια περίοδο στην οποία η Γερμανία μπόρεσε σε μεγάλο βαθμό να αφήσει το δικό της χνάρι. Στα χρόνια ανάμεσα στο 2009 και το 2014, που ήταν και τα χρόνια της κρίσης ό,τι προχώρησε σε επίπεδο ευρωπαϊκών θεσμών και πολιτικών είχε σε μεγάλο βαθμό το χνάρι του Βερολίνου ως προς την πολιτική λογική.

Από το μίγμα πολιτικής που περιλάμβαναν τα μνημόνια που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Κύπρο, μέχρι τη διαμόρφωση του ESM και τις θεσμικές κατευθύνσεις που προκρίθηκαν, όπως π.χ. το «Ευρωπαϊκό Εξάμηνο», η «γερμανική» λογική ήταν εμφανής: έμφαση στη λιτότητα και τη δημοσιονομική πειθαρχία, άρνηση κάθε σκέψης για «μεταβιβαστική ένωση» και «αμοιβαιοποίηση» του χρέους, συνδυασμός ανάμεσα στα διάφορα «αυτόματα φρένα» ως προς τα δημοσιονομικά, τα «ποινολόγια» ως προς τις παρεκκλίσεις και την προτίμηση προς τη διακυβερνητική διαπραγμάτευση. Παράλληλα, σταδιακά η Γερμανία μπόρεσε να έχει ιδιαίτερη επιρροή και έλεγχο σε ένα ευρύτερο φάσμα θεσμών και συχνά να εξασφαλίζει είτε τη στελέχωσή τους με γερμανούς είτε με στελέχη που να έχουν ανάλογες αντιλήψεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ESM.

Μετά το 2014 υποτίθεται ότι θα γινόταν η μεγάλη συζήτηση για τα διδάγματα από την περίοδο της κρίσης και την αναζήτηση τρόπων να βαθύνει η ολοκλήρωση και η ευρωπαϊκή συνεργασία. Ωστόσο, λίγα πράγματα έγιναν στην πραγματικότητα. Μόνη εξαίρεση σχετικής ευελιξίας ο τρόπος που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπήκε μπροστά και προώθησε την ευρωπαϊκή εκδοχή ποσοτικής χαλάρωσης.

Όμως, το 2019 τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Το διάστημα που μεσολάβησε η ΕΕ βρέθηκε να χάνει ένα μέλος, έστω και εάν τυπικά δεν έχει ολοκληρωθεί ο Brexit, διάφορες μορφές αμφισβήτησης του «ευρωπαϊκού κεκτημένου» καταγράφηκαν, όχι μόνο από διάφορα ευρωσκεπτικιστικά πολιτικά ρεύματα αλλά και από κυβερνήσεις όπως αυτές της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, η Γερμανία δεν αποτελεί πια την «ατμομηχανή της ανάπτυξης» και η Άνγκελα Μέρκελ βρίσκεται στη Δύση της πολιτικής καριέρας της.

Από διάφορες πλευρές τίθεται έτσι το ζήτημα μια άλλης λογικής και για τη λειτουργία και για τη στελέχωση των ευρωπαϊκών θεσμών, έστω και εάν δεν παίρνουν πολύ συγκεκριμένη λογική. Πρωτοπόρος σε αυτή ρητορική ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, που εκτός των άλλων επιδιώκει και μια συνολικότερη αναβάθμιση της θέσης της Γαλλίας, ιδίως τώρα που με την αποχώρηση της Βρετανίας θα είναι η μόνη πυρηνική δύναμη στην ΕΕ το μόνο κράτος-μέλος με μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

 

Τα πολιτικά ερωτήματα και οι συγκρούσεις για τα πρόσωπα

Όμως, οι θεσμικές αλλαγές δεν είναι πάντα εύκολες, οπότε συχνά οι διαφορετικές επιδιώξεις, μαζί με καθαρά «εθνικούς» υπολογισμούς, μεταφέρονται στην αντιπαράθεση για τα πρόσωπα.

Είναι αλήθεια ότι ξεκινώντας από την επιλογή των Spitzankandidaten τα πράγματα δεν έδειχναν πολύ εύκολα. Στο εσωτερικό του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, στο οποίο η γερμανική CDU/CSU παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, έγινε αυτή τη φορά η επιλογή του Μάνφρεντ Βέμπερ, παρότι πολλοί υποστήριζαν εξαρχής ότι ένας γερμανός και δη προερχόμενος από την ακόμη πιο συντηρητική βαυαρική CSU δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ακριβώς τον ιδανικό υποψήφιο.

Ωστόσο, η πλευρά της καγκελαρίου Μέρκελ επέμενε ότι είχε έρθει η ώρα για γερμανό Πρόεδρο της Επιτροπής, κάτι που έχει να γίνει από τη δεκαετία του 1960. Οι επικριτές αυτής της λογικής υποστηρίζουν ότι δεν είναι τυχαίο από τόσες δεκαετίες δεν έχει επιλεγεί γερμανός Πρόεδρος της Επιτροπής.

Όμως, στη σημερινή κατάσταση, με τους σημερινούς συσχετισμούς αυτό δεν είναι τόσο εφικτό, ακόμη και στην απουσία κάποιου ανταγωνιστικού «ηγεμονικού πόλου». Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο και ο πρόεδρος Μακρόν, που αντιπαθούσε εξαρχής το θεσμό των Spitzenkandidaten, φρόντισε το επίσημο δείπνο της Συνόδου Κορυφής στις 20 Ιουνίου να είναι και η στιγμή της εκκαθάρισης των επίσημων υποψηφίων, ξεκινώντας από τον κ. Βέμπερ.

Παρότι υπάρχει μια «δημιουργική ασάφεια» ως προς το εάν αποκλείστηκαν όλοι οι Spitzenkandidaten, είναι σαφές ότι ούτε ο κ. Βέμπερ, ούτε ο κ. Τίμερμανς θα είναι ο επόμενος Πρόεδρος της Επιτροπής. Λίγο πιο ασαφή τα πράγματα για την Μαργκρέτε Βεστάγκερ – που ήταν ένα από τα προτεινόμενα πρόσωπα των Φιλελευθέρων – που εξακολουθεί να έχει αρκετές συμπάθειες, κυρίως λόγω των συγκρούσεών της με τους αμερικανικούς κολοσσούς του διαδικτύου, παρότι δεν προέρχεται από χώρα-μέλος της Ευρωζώνης.

Όσο για τον κ.  Μισέλ Μπαρνιέ, τον πετυχημένο επικεφαλής διαπραγματευτή της ΕΕ για το Brexit, τον οποίο εμμέσως υπέδειξε αρχικά ο κ. Μακρόν, υπάρχει η αντίρρηση της κ. Μέρκελ που επιθυμεί να περάσει η σκυτάλη σε μια νεώτερη γενιά, ενώ στην πραγματικότητα και η Γαλλία αντιλαμβάνεται ότι εάν θυσιαστεί ο κ. Βέμπερ ως αντιστάθμισμα θα θυσιαστεί και ο κ. Μπαρνιέ.

Η δύσκολη εξίσωση για να καλυφθούν και οι άλλες θέσεις-κλειδιά

Όλα αυτά γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα εάν σκεφτούμε ότι παράλληλα είμαστε στην περίοδο που θα πρέπει να αποφασιστούν και άλλες θέσεις ευθύνης, όπως είναι ο διάδοχος του Ντόναλντ Τουσκ στη θέση του Προέδρου του Συμβουλίου (καθόλου τυχαία το όνομα του κ. Τουσκ έχει ακουστεί και για τη διαδοχή του κ. Γιουνκέρ), αλλά – και ίσως κυρίως…– ο διάδοχος του Μάριο Ντράγκι στην κορυφή της ΕΚΤ. Η θέση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για προφανείς λόγους και δεν είναι τυχαίο ότι πριν μερικούς μήνες οι Financial Times έκαναν μια έκκληση η θέση αυτή να μην αντιμετωπιστεί με όρους του παραδοσιακού «αλογοπάζαρου» (horse trading).

Στην πραγματικότητα όλοι θα ήθελαν ο επόμενος επικεφαλής της ΕΚΤ να μπορεί να επαναλάβει το «θα κάνουμε ό,τι χρειαστει» (whatever it takes) του κ. Ντράγκι το 2012 και γι’ αυτό αρκετοί είναι μάλλον δύσπιστοι στο να πάει κάποιος Γερμανός, π.χ. ο τωρινός διοικητής της Μπούντεσμπανκ Γιενς Βάιντμαν. Όμως, εάν π.χ. η Γαλλία πιέσει για να είναι γάλλος ο διοικητής της ΕΚΤ, τότε και η Γερμανία δύσκολα θα δεχτεί να μην έχει τη θέση του Προέδρου της Επιτροπής.

Όλα αυτά κάνουν πιο δύσκολα τα πράγματα και γι’ αυτό επανέρχονται και οι σκέψεις για πρόσωπα που μπορεί να είναι έξω από όσα έχουν προταθεί μέχρι τώρα. Όπως και την ανησυχία που γεννά η τρέχουσα αδυναμία να βρεθούν αυθεντικές ηγετικές προσωπικότητες. Ενδεικτικές έτσι και οι φωνές που υποστηρίζουν ότι η καλύτερη λύση θα ήταν να αναλάμβανε η ίδια η κ. Μέρκελ. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι η Γερμανίδα καγκελάριος θα ήταν ιδανική για τη θέση του Προέδρου του Συμβουλίου, τη θέση δηλ. που σήμερα κατέχει ο Ντόναλντ Τουσκ, μια που θα μπορούσε να προσέδιδε όντως την αίσθηση ηγεσίας που σήμερα λείπει από την Ένωση.

Είναι επομένως μια ιδιαίτερη εξίσωση, που δεν περιλαμβάνει μόνο τη διαπραγμάτευση μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας αλλά και μεταξύ των υπολοίπων κρατών, την ώρα που οι όποιες προτάσεις θα πρέπει να μπορούν να έχουν πλειοψηφία στο Ευρωκοινοβούλιο. Αυτό εξηγεί και την αίσθηση που υπάρχει ότι η διαπραγμάτευση θα πάρει αρκετό καιρό να ολοκληρωθεί, εξ ου και οι σκέψεις ακόμη και για μικρή παράταση της θητείας του κ. Γιουνκέρ εάν χρειαστεί. Ας μην ξεχνάμε ότι πλέον σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες το να περάσουν μερικοί μήνες μέχρι να σχηματιστεί κυβέρνηση δεν θεωρείται καταστροφή. «Αυτά τα πράγματα παίρνουν καιρό», παρατήρησε ο ολλανδός πρωθυπουργός Μαρκ Ρούτε, που σχημάτισε την κυβέρνηση επτά μήνες μετά τις εκλογές.

 

Μια έκτακτη Σύνοδος με αβέβαιη προοπτική.

Ωστόσο, η χορογραφία μιας διαπραγμάτευσης στις Βρυξέλλες δεν είναι κάτι απλό. Μπορεί κάτι να πρόκειται να αργήσει αλλά καταρχάς θα πρέπει να εξαντληθούν οι δυνατότητες να επιταχυνθεί ώστε στο τέλος να οδηγηθεί στην καθυστέρηση. Εξ ου και η έκτακτη Σύνοδος Κορυφής της 30ης Ιουνίου, στην οποία δεν είναι βέβαιο ότι θα έχουν ολοκληρωθεί όλες οι σχετικές διαπραγματεύσεις.

Όπως παρατήρησε και ο θυμόσοφος Ζαν Κλωντ Γιουνκέρ, απαντώντας σε ερώτηση για το εάν θα είναι πιο πιθανό να βρεθεί λύση μέσα σε δέκα μέρες, «Δεν το περιμένω. Όμως, πρέπει να γίνει».