«Στην εξωτερική πολιτική δεν υπάρχουν ούτε διαρκείς αντίπαλοι ούτε διαρκείς φίλοι, υπάρχουν διαρκή συμφέροντα». Η συγκεκριμένη διαπίστωση του λόρδου Πάλμερστον υπουργού Εξωτερικών και πρωθυπουργού, της Βρετανίας από το 1850 – 1900 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και διαρκές δόγμα στην εξωτερική πολιτική.

Ένα δόγμα που δεν θα πρέπει να ξεχνούν ποτέ ιδιαίτερα οι «μικρότερες» και πιο «αδύναμες» χώρες, όπως η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία, όταν αποφασίζουν να τις πλησιάσουν οι «γίγαντες», όπως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Ιδιαίτερα σε μία περίοδο που η Ανατολική Μεσόγειος συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των ισχυρών  και των ενεργειακών λόμπι, λόγω και των ανακαλύψεων σημαντικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που αναβαθμίζουν σημαντικά τη γεωπολιτική θέση της περιοχής.

Η Αθήνα τονίζει συχνά τις ωφέλειες που θα έχει η χώρα από την ενίσχυση της συνεργασίας με τις ΗΠΑ, στο φόντο της ρήξης των αμερικανο – τουρκικών σχέσεων, καθώς εκτιμά ότι αναβαθμίζεται σημαντικά ο ρόλος της χώρας στην περιοχή και η Ελλάδα εξελίσσεται σε παράγοντα σταθερότητας.

Και η Κυπριακή Δημοκρατία από την πλευρά της εκτιμά ότι η σύσφιξη των σχέσεων με τις ΗΠΑ και η εξέλιξη της μεταξύ τους αμυντικής συνεργασίας θα μπορούσε ακόμα και να την προστατεύσει σε ένα ακραίο σενάριο από την επιθετικότητα της Τουρκίας.

Κατά πόσο όμως είναι ρεαλιστικές αυτές οι υποθέσεις;

Ο δημοκρατικός αμερικανός βουλευτής Ρόμπερτ Μενέντεζ κατά την επίσκεψη του στην Αθήνα στο σύνολο των επαφών που φρόντισε να καταστήσει σαφές ότι εάν η Τουρκία προχωρήσει στην αγορά των S-400 θα ενεργοποιηθούν συγκεκριμένες κυρώσεις εναντίον της από τις ΗΠΑ, τονίζοντας ότι πλέον η Άγκυρα δείχνει να περνά στην απέναντι πλευρά και από σύμμαχος να γίνεται σταδιακά «εχθρός». Φρόντισε να κάνει αναφορά και στις αντιδημοκρατικές πολιτικές που εφαρμόζονται στη χώρα καταγγέλλοντας τις συλλήψεις δημοσιογράφων, διαφωνούντων και ξένων πολιτών.

Ωστόσο τελικά δεν «έκλεισε την πόρτα» στην Άγκυρα, οριστικά, λέγοντας ότι ελπίζει η Τουρκία να μην απομακρυνθεί από τη Δύση.

Αυτό δείχνει να είναι και το δόγμα του Ντ. Τραμπ, που έστω και αν τον χωρίζουν έτη φωτός από τους δημοκρατικούς, σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητεί την σημασία της Τουρκίας ως στρατηγικού συμμάχου για την Ουάσιγκτον.

Με αυτό το στοιχείο να καθορίζει πολλές από τις κινήσεις του ο Ντ. Τραμπ για ακόμα μία φορά δεν αναγνώρισε την Γενοκτονία των Αρμενίων, έστω και αν στην περίπτωση Μπράνσον είχε δείξει ποιος είναι το αφεντικό απέναντι στο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Σαφώς και η Τουρκία δεν μπορεί να επηρεάσει τις ΗΠΑ στο βαθμό που οι ΗΠΑ μπορούν να επηρεάσουν την Τουρκία. Επί του παρόντος πάντως ακόμα και αν η σύγκρουση Ουάσιγκτον – Άγκυρα δείχνει να φτάνει σε άκρα μέσω εκατέρωθεν εκβιασμών, ο Ντ. Τραμπ δεν προχωρά σε οριστική ρήξη με την Τουρκία. Και αυτό γιατί όλα είναι μπίζνες. Και σε αυτό το επίπεδο θα κριθούν.

Οι S-400 μπορεί να έγιναν η αφορμή για έναν «Ψυχρό Πόλεμο» ανάμεσα σε Ουάσιγκτον – Άγκυρα, ωστόσο δεν έφεραν το τέλος.

Επομένως όσο μεγάλη και να είναι η αγωνία Ελλάδας και Κύπρου να «βάλουν στην άκρη» την Τουρκία προκειμένου να τελειώσουν με μία σημαντικότατη απειλή στην περιοχή, θα πρέπει να κατανοήσουν ότι οι σύμμαχοι που είναι αυτή τη στιγμή στο πλευρό τους θα παραμείνουν μόνο για όσο διάστημα έχουν συμφέρον.

Στον επόμενο τόνο, Τραμπ και Ερντογάν μπορεί όσο εύκολα πέρασαν από τις αγκαλιές στις απειλές να επανέλθουν στη συνεργασία…

Και τότε όπως και σε άλλες ιστορικές στιγμές όταν το παζάρι θα είναι στην πιο κρίσιμη του φάση, θα μετρήσουν οι μπίζνες και όσοι συμφέρει θα θυσιαστούν…