Μία ημέρα μετά την καταστροφική πυρκαγιά που ξέσπασε το απόγευμα της Δευτέρας στην Παναγία των Παρισίων, οι υπεύθυνοι του ναού ξεκίνησαν την καταγραφή για τις ζημιές που υπέστη το κτήριο, καθώς και τους θησαυρούς που κατεστράφησαν, αλλά και όλους όσοι γλίτωσαν από τη μανία της φωτιάς.

Εκτός από τις ζημιές στο σκελετό του κτηρίου, κατέρρευσε το βέλος του καθεδρικού ναού, ύψους 93 μέτρων, που είχε προστεθεί από τον αρχιτέκτονα Εζέν Βιολέ Λε Ντίκ το 1859-60.

Επίσης, έλιωσε ο χάλκινος κόκκορας που βρισκόταν στην κορυφή του βέλους. Στο εσωτερικό του φυλάσσονταν, σύμφωνα με την Εκκλησία, λείψανα της Αγίας Γενεβιέβης και του Αγίου Διονυσίου, καθώς και ένα τμήμα από το Ακάνθινο Στεφάνι του Χριστού, τα οποία προστάτευαν τους Παριζιάνους.

Σημαντικές ζημιές έχει υποστεί και ο θόλος, ένα μέρος του οποίου κατέρρευσε, όπως ανέφερε ο εκπρόσωπος της πυροσβεστικής υπηρεσίας Γκαμπριέλ Πλις. «Ο θόλος θα αντέξει» ήταν η δήλωση του υπουργού Πολιτισμού Φρανκ Ριστέρ.

Άντεξαν τα κωδωνοστάσια με τις καμπάνες

Αντίθετα, το πελώριο εκκλησιαστικό όργανο του 15ου αιώνα με τις πέντε σειρές πλήκτρων και τους 8.000 σωλήνες σώθηκε, αν και καλύφθηκε από σοβάδες, σκόνη και νερό. Επίσης, το μικρό εκκλησιαστικό όργανο, που βρισκόταν ακριβώς κάτω από το βέλος, υπέστη σοβαρές ζημιές από τη φωτιά, σύμφωνα με έναν από τους τρεις οργανίστες του καθεδρικού, τον Φιλίπ Λεφέβρ, ο οποίος εργάζεται εδώ και 35 χρόνια στη Νοτρ Νταμ.

Τα δύο κωδωνοστάσια, που φιλοξενούν τις τέσσερις καμπάνες του καθεδρικού σώθηκαν. Μια ενδεχόμενη κατάρρευσή τους θα σήμαινε ανεπανόρθωτη καταστροφή για το κτίριο, αφού θα σωριάζονταν πάνω του δεκάδες τόνοι μπρούτζου – η μεγαλύτερη από τις καμπάνες ζυγίζει 13 τόνους.

Σώθηκε επίσης ένα από τα σημαντικότερα λείψανα του χριστιανισμού, το Ακάνθινο Στεφάνι του Χριστού, διαμέτρου 21 εκατοστών. Μαζί με αυτό, γλίτωσαν από τις φλόγες ένα κομματάκι Τίμιου Ξύλου και ένα καρφί από τον σταυρό.

Σώθηκαν και όλα τα έργα τέχνης, μοναδικοί θησαυροί του καθεδρικού, όπως η Επίσκεψη, ο μπαρόκ πίνακας του Ζαν Ζουβενέ (1716). Η μνημειώδης Πιετά του γλύπτη Νικολά Κουστού, πίσω από την Αγία Τράπεζα, με την Παρθένο να κρατά στην αγκαλία της το σώμα του Ιησού μετά την Αποκαθήλωση, βγήκε ανέπαφη. Το έργο φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 1712-1728, κατά παραγγελία του Λουβοδίκου ΙΔ΄, κατόπιν επιθυμίας του πατέρα του.

Τα δεκαέξι αγάλματα των Αποστόλων και των Ευαγγελιστών, που κοσμούσαν τη στέγη, είχαν μόλις σταλεί στο Περιγκέ προκειμένου να συντηρηθούν και δεν έπαθαν απολύτως τίποτα. Τα αγάλματα είχαν τοποθετηθεί εκεί την περίοδο που κατασκευαζόταν το βέλος από τον Βιολέ-λε-Ντικ.

Οι τρεις ρόδακες, τα βιτρό που κατασκευάστηκαν τον 13ο αιώνα, γλίτωσαν παρά τις αρχικές φήμες που τα ήθελαν να έχουν διαλυθεί. Οι ρόδακες της βόρειας και της νότιας πλευρές, οι δύο μεγαλύτεροι, έχουν διάμετρο 13 μέτρα.

Γράψτε το σχόλιο σας