Είναι αλήθεια ότι βγήκαμε από τη στενή επιτήρηση των δανειστών μας καθώς, υπό το καθεστώς δεκαετούς λιτότητας, απαλλαχθήκαμε από τα δημοσιονομικά ελλείμματα και εξορθολογήσαμε εν πολλοίς το ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών. Ωστόσο ούτε τις αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ολοκληρώσαμε ούτε και όσες νομοθετήσαμε τις σεβόμαστε.

Και, το κυριότερο, δεν επωφεληθήκαμε της περιόδου των μνημονίων για να δρομολογήσουμε και πάλι την πορεία προς την οικονομική ανάπτυξη, η οποία προϋποθέτει μαζικές παραγωγικές επενδύσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό, και φορολογικές και θεσμικές συνθήκες που να ευνοούν το ενδιαφέρον των κεφαλαιούχων. Ούτε καν η συμπεριφορά των κυβερνώντων εγγυάται συνθήκες ευνοϊκές σε βάθος χρόνου, ώστε να εμπιστευθούν τις αποταμιεύσεις τους επενδύοντάς τες στην Ελλάδα. Αντίθετα, ενώ τα φορολογικά βάρη συντρίβουν κάθε παραγωγική προσπάθεια, την αποτελειώνει και η αντιπαραγωγική γραφειοκρατία, η οποία μάλιστα διευκολύνει τη διαφθορά της δημοσιοϋπαλληλίας, αλλά και των φορέων εξουσίας.

Το τραγικότερο όλων είναι ότι οι όποιες διατυμπανιζόμενες επιτεύξεις είχαν ένα πρόσθετο κόστος, το οποίο οδήγησε σε περαιτέρω διόγκωση του δημοσίου χρέους. Δυστυχώς αυτή η τελευταία διαπίστωση συγκαλύπτεται, με μόνο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να συνεχίζει μονότονα να υπογραμμίζει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι σχεδόν μη διαχειρίσιμο. Και είναι ηλίου φαεινότερο αυτό, αφού υπερβαίνει τα 360 δισ. ευρώ, δηλαδή ξεπερνά το 180% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, όταν πριν από το πρώτο μνημόνιο ανερχόταν σε 320 δισ. ευρώ. Αρα η Ελλάδα είναι ακόμα περισσότερο χρεωμένη σε σύγκριση με τα προ της κρίσεως του 2010 και παρά το κατά 100 δισ. ευρώ «κούρεμα» του 2012.

Η εξήγηση του απίστευτου αυτού γεγονότος οφείλεται στο ότι η θεραπευτική αγωγή μας μετά την ένταξη στα μνημόνια πραγματοποιήθηκε με πρόσθετο δανεισμό, αλλά με χρονική επιμήκυνσή του και ελάχιστα επιτόκια, έτσι ώστε η εξυπηρέτησή του να είναι εφικτή και το κόστος του διαχειρίσιμο υπό την προϋπόθεση ότι θα αναπτυχθεί η ελληνική οικονομία με ταχύτερους ρυθμούς, ώστε να παράγονται επαρκή πλεονάσματα για τις δανειακές δόσεις. Ετσι εξηγείται η επιβολή των πλεονασμάτων-μαμούθ (3,5% του ΑΕΠ ετησίως), ώστε αυτά να επαρκούν για την ομαλή εξυπηρέτηση του χρέους.

Οπως εύστοχα υπογραμμίζει ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Νίκος Γκαργκάνας («ΤΑ ΝΕΑ», 16/3): Το τεράστιο και διαρκώς διογκούμενο χρέος (μόνο το 2018 αυξήθηκε κατά 40 δισ. ευρώ) συντηρεί την αβεβαιότητα στην οικονομία. Ταυτόχρονα όλοι οι δείκτες ανταγωνιστικότητας παραμένουν κάτω του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ, ενώ είναι πολύ πιθανό με τις ρυθμίσεις που γίνονται για τα «κόκκινα» δάνεια να χρειαστεί να οδηγηθούμε τελικά σε νέα (ολέθρια) ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Στις απειλές προστίθενται επιστροφές σχεδόν 20 δισ. ευρώ λόγω αφρόνων δικαστικών αποφάσεων.

Ταυτόχρονα η ανεπάρκεια της κυβέρνησης συνετέλεσε ώστε να μην έχουμε εισπράξει περί τα 7 δισ. ευρώ από τα δωρεάν χορηγούμενα κονδύλια των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, όπως αποκάλυψε η επίτροπος Περιφερειακής Πολιτικής της Κομισιόν κυρία Κρέτσου, τα οποία προορίζονται για δημόσιες επενδύσεις σε έργα υποδομής, που κυρίως αυτές συντελούν στην ανάπτυξη και στην καταπολέμηση της ανεργίας.

Πώς να είναι συνεπώς κανείς αισιόδοξος, και μάλιστα εν όψει εκλογών, οι οποίες συντελούν πέραν της κυβερνητικής απραξίας σε κατασπατάληση δημόσιων πόρων για ευτελή ψηφοθηρία…

Γράψτε το σχόλιο σας