Ο ένας μετά τον άλλο διεθνείς οργανισμοί, ευρωπαϊκοί θεσμοί, μεγάλοι χρηματοοικονομικοί οίκοι και επιχειρηματικοί παράγοντες εκφράζουν την ανησυχία τους για τη θέση στην οποία θα βρίσκεται η ελληνική οικονομία σε κάποιους μήνες από σήμερα. Η υπερφορολόγηση μας έφτασε ώς εδώ. Δεν μπορεί, όμως, να μας πάει παραπέρα. Πέτυχε υπερπλεονάσματα στον προϋπολογισμό, αλλά έχει ξεζουμίσει την πλειονότητα των πολιτών και έχει γονατίσει την αγορά. Μαζί μ’ αυτήν νέες νάρκες καραδοκούν.

ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, Κομισιόν, όλοι μαζί, με διαφορετική φρασεολογία ο καθένας, χτυπούν ηχηρό καμπανάκι για το αύριο. Εκφράζουν την έντονη ανησυχία τους ότι τα πράγματα μπορεί να αποβούν χειρότερα σε κάποιους μήνες από τώρα για μια σειρά από λόγους που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται η κυβέρνηση κρίσιμα ζητήματα στην οικονομία. Από την υπόθεση των αναδρομικών έως το νέο πλαίσιο για την πρώτη κατοικία και τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, όλα αυτά μπορεί να αποδειχθούν μικρές ή μεγάλες νάρκες για τη χώρα, απειλώντας με ένα πισωγύρισμα που θα στοιχίσει ακριβά στους έλληνες πολίτες.

Στην υπόθεση των αναδρομικών η κυβέρνηση «κλείνει το μάτι» στους δημοσίους υπαλλήλους και στους συνταξιούχους, υποσχόμενη την καταβολή τους ανάλογα με τις αποφάσεις του ΣτΕ. Δεν έχει καταστρώσει ένα οργανωμένο σχέδιο αντιμετώπισης του θέματος. Και κυρίως δεν έχει εξηγήσει από πού θα βρει τα χρήματα. Από ποιους θα κόψει και σε ποιους θα δώσει. Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό; Μήπως οι ίαδιοι και από την άλλη τσέπη;

Αλλά και στην πρώτη κατοικία η κυβέρνηση, με το βλέμμα στις κάλπες, κωλυσιεργεί στην υιοθέτηση μιας λύσης που δεν θα οδηγεί σε ανακύκλωση του προβλήματος των κόκκινων δανείων. Αν δεν αντιμετωπιστούν οι στρατηγικοί κακοπληρωτές, οι τράπεζες δεν πρόκειται να απελευθερωθούν από το βάρος των κόκκινων δανείων που έχουν στους ισολογισμούς τους. Δεν θα μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη και εν τέλει θα την πληρώσουμε όλοι μας και πολύ περισσότερο οι δανειολήπτες, οι οποίοι με μεγάλες θυσίες προσπαθούν να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.

Οσο για τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, αναμφισβήτητα και ήταν αναγκαίες έπειτα από τόσα πέτρινα χρόνια στα Μνημόνια. Το ύψος των αυξήσεων, ωστόσο, κάνει όλους τους διεθνείς οργανισμούς να αμφισβητούν την αποτελεσματικότητά τους. Αμφιβάλλουν ότι οι αυξήσεις αυτές είναι συμβατές με τις πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Γι’ αυτό και εκφράζουν έντονους φόβους ότι μπορεί να αποδειχθούν αβάστακτες για πολλές επιχειρήσεις και μπούμερανγκ για τους εργαζομένους σε αυτές.

Ολα μαρτυρούν ότι χρειάζεται αλλαγή στο μείγμα της οικονομικής πολιτικής. Οτι το καλύτερο θα ήταν η αλλαγή αυτή να είναι προϊόν συναίνεσης μεταξύ όλων των κομμάτων. Συναίνεση όχι για τον τρόπο με τον οποίο θα μοιραστούν πλεονάσματα στον προϋπολογισμό που προέρχονται από το αίμα της μεσαίας τάξης. Αλλά για τον τρόπο με τον οποίο θα υπάρξουν πλεονάσματα αλλού: στις θέσεις απασχόλησης και στην ανάπτυξη. Αυτό εξακολουθεί να μην το βλέπει η σημερινή κυβέρνηση.

Γράψτε το σχόλιο σας