Στο πλαίσιο του ελληνικού κόσμου των Αρχαϊκών Χρόνων, η πνευματική και πολιτισμική δραστηριότητα που σημειώθηκε στα σημαντικότερα κέντρα της Ανατολής και της Δύσης ήταν σαφώς πιο έντονη από την αντίστοιχη στη μητροπολιτική Ελλάδα.

Παρά ταύτα, η εξέλιξη που συντελέστηκε στην τελευταία την ίδια περίοδο οδήγησε στην τελειοποίηση των δραματικών μορφών επί αττικού εδάφους και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για το ευρωπαϊκό δράμα. Όσον αφορά το πρόβλημα των κύριων χαρακτηριστικών της εν λόγω εξέλιξης —με άλλα λόγια, το πρόβλημα της γένεσης της τραγωδίας—, αυτό παραμένει ήδη από την εποχή της αλεξανδρινής επιστήμης δυσεπίλυτο και επίμαχο.

Κομβικής σημασίας αναφορικά με το ζήτημα αυτό είναι η υιοθέτηση ή μη των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην Ποιητική του Αριστοτέλη. Ανεξάρτητα πάντως από τη μια ή την άλλη αντίληψη ως προς αυτό, οφείλουμε να τονίσουμε ότι ο μεγάλος σταγειρίτης φιλόσοφος βρίσκεται πολύ πιο κοντά από εμάς στα πράγματα για τα οποία μιλά, αλλά και το ότι ο ίδιος, κατά πάσαν πιθανότητα, δεν υπήρξε λιγότερο επιμελής στις προμελέτες για την Ποιητική του απ’ ό,τι για τα Πολιτικά του.

Οι οπαδοί μιας εθνολογικής κατεύθυνσης, που εκκινεί από τους χορούς πρωτόγονων λαών και τις μιμικές τελετές βλάστησης, θεώρησαν τις πληροφορίες του Αριστοτέλη λανθασμένες ή δευτερευούσης σημασίας.

Είναι πράγματι αποδεκτό ότι το εθνολογικό υλικό διατηρεί την αξία του γι’ αυτό που ονομάζουμε υποδομή του δράματος. Η μάσκα, ως μέσο της μεταμόρφωσης που αποτελεί την πρώτη προϋπόθεση του γνήσιου δραματικού έργου, προέρχεται από το πεδίο αυτό. Εξάλλου, το φαινόμενο της θεοληψίας υπάρχει ήδη προκαταβολικά εκεί όπου ο άνθρωπος, ενόσω μιμείται τις δαιμονικές δυνάμεις, νομίζει πως τις νιώθει κιόλας στο εσώτερο εγώ του.

Γράψτε το σχόλιο σας