Για άλλη μια φορά ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να παρουσιάσει μια εικόνα της κατάστασης και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας που μικρή σχέση έχει με την ίδια την πραγματικότητά της. Αυτή τη φορά μιλώντας στο Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο.

Το αφήγημα της αυτοδύναμης κυβέρνησης

Καταρχάς για άλλη μια φορά επανέλαβε το προσφιλές το τελευταίο διάστημα αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η χώρα πλέον έχει αποκτήσει μια αυτοδύναμη οικονομική πολιτική, εφόσον είμαστε έξω από τα μνημόνια.

«Η χώρα μας ανέκτησε την αυτοδυναμία της και την πρωτοβουλία στον καθορισμό των δικών της προτεραιοτήτων», υποστήριξε ο πρωθυπουργός, για να συμπληρώσει: «Πορευόμαστε πλέον με το δικό μας εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο, και τις δικές μας προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, για τη διαμόρφωση νέων κοινωνικών όρων, αυτή τη φορά υπέρ των πολλών».

Παρέβλεψε, όμως, όλο το πλέγμα των μηχανισμών επιτήρησης που παραμένουν σε ισχύ αλλά και το ίδιο το γεγονός ότι ακόμη και η πολυδιαφημισμένη επιτυχία της μη μείωσης των «παλαιών» συντάξεων δεν ήταν μια «μονομερής» απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά αποτέλεσμα σκληρής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, στο πλαίσιο της οποία θυσιάστηκαν και μέτρα κοινωνικής πολιτικής τα οποία ο ίδιος είχε ανακοινώσει από το βήμα της φετινής ΔΕΘ.

Το «μνημονιακό κεκτημένο»

Επιπλέον, ο πρωθυπουργός αποσιώπησε για άλλη μια φορά το γεγονός ότι αυτό που παρουσιάζει ως αυτοδύναμη άσκηση οικονομικής πολιτικής, προϋποθέτει όλο το «μνημονιακό κεκτημένο», όλες τις αλλαγές που έφεραν τα μνημόνια, που εκ των πραγμάτων περιορίζουν σημαντικά το εύρος άσκησης πολιτικής.

Για παράδειγμα όταν είναι σε πλήρη δράση το Υπερταμείο άρα και ένα πρόγραμμα πώλησης ή «αξιοποίησης» περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου, είναι σαφές ότι δεν αποφασίζει για αυτά τα ζητήματα η ελληνική κυβέρνηση «αυτοδύναμα», εφόσον το Υπερταμείο υλοποιεί το ούτως ή άλλως προδιαγεγραμμένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων.

Για ποια ανάπτυξη και ποιες επενδύσεις μιλάμε;

Η δεύτερη πλευρά της «μαγικής εικόνας» που παρουσίασε ο πρωθυπουργός αφορούσε την ανάπτυξη. «Έχουμε επιστρέψει στην ανάπτυξη με ρυθμούς άνω του 2% και αποκτούμε διαρκώς νέα δυναμική. Οι επενδύσεις και οι εξαγωγές αυξάνονται».

Παρότι όντως καταγράφηκε και στο τρίτο τρίμηνο του 2018 ανάπτυξη άνω του 2% και μια αύξηση των εξαγωγών, εντούτοις η αναφορά σε επενδύσεις που αυξάνονται δεν αντέχει στη σύγκριση με την πραγματικότητα.

Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν κατά 14,5 % σε σχέση με το 2ο τρίμηνο του 2018 και κατά 23,2% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2017.

Άρα λοιπόν απέχουμε πολύ από το να μπορούμε να μιλάμε για αύξηση των επενδύσεων.

Αντίστοιχα ως προς τη μείωση της ανεργίας στο 18.9%, αυτό η ίδια η παραδοχή του ότι μειώθηκε περίπου 8% σε 4 χρόνια, σημαίνει ότι χρειαζόμαστε τουλάχιστον 5 χρόνια για να βρεθούμε σε ένα ποσοστό ανεργίας ανάλογο με αυτό που είχαμε πριν την κρίση, πράγματα που θα σημαίνει ουσιαστικά μια δεκαετία και παραπάνω ποσοστών ανεργίας υψηλότερων των προ κρίσης επιπέδων, μια καταστροφή διαρκείας που έχει αφήσει βαθιά ίχνη στην ελληνική κοινωνία.

Παλινωδίες και ωραιοποίηση

Στο ίδιο πλαίσιο ο πρωθυπουργός προσπάθησε να περιγράψει τι ορίζει ως πραγματοποίηση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων. Αξίζει να δούμε τι περιλαμβάνει η σχετική ενότητα:

«Σε ώριμη και τελική φάση βρίσκεται ένα ολοκληρωμένο πακέτο επενδύσεων στα ακίνητα, τις μεταφορές, την ενέργεια,  τον τουρισμό, την έρευνα, και τις υποδομές με εγχωρίους και ξένους επενδυτές. Ενδεικτικά αναφέρω το Ελληνικό, το τουριστικό θέρετρο Atalanti Hills,  την επέκταση παραχώρησης του Ελ. Βενιζέλος,  την ανακατασκευή των αεροδρομίων από τη Fraport,  τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας,  την ολοκλήρωση της πώλησης της ΔΕΣΦΑ,  την επικείμενη αξιοποίηση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων,  τους αγωγούς διασύνδεσης φυσικού αερίου στη Μακεδονία-Θράκη  και το σταθμό LNG  στη Ρεβυθούσα,  αλλά και νέα, πολύ σημαντικά έργα με αναπτυξιακό και κοινωνικό αποτύπωμα, όπως η ενεργειακή διασύνδεση Αττικής – Κρήτης και η ολοκλήρωση του αυτοκινητοδρόμου Κεντρικής Ελλάδος Ε65.»

Αν κανείς κοιτάξει αυτό τον κατάλογο έργων θα δει ότι ο πρωθυπουργός παρουσιάζει ως επενδύσεις που είναι σε εξέλιξη ιδιωτικές επενδύσεις που ακόμη ουσιαστικά δεν έχουν ξεκινήσει όπως είναι για παράδειγμα το project του Ελληνικού, επενδύσεις που γίνονται ούτως ή άλλως, όπως είναι στις ανανεώσιμες ενέργειες, πωλήσεις ή παραχωρήσεις περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου, έργα που ακόμη είναι σε φάση σχεδιασμού ή έργα που είναι σε φάση ολοκλήρωσης και είχαν ξεκινήσει καιρό πριν και επενδύσεις που θα δούμε εάν και σε ποιο βαθμό θα είναι αξιοποιήσιμες (π.χ. υδρογονάνθρακες).

 

 

Αντίστοιχα δεν μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει ότι παρότι υποτίθεται ότι η κυβέρνηση θέλει να διαμορφώσει ένα νέο «αναπτυξιακό υπόδειγμα», τελικά αυτό που προτείνει είναι τουρισμός, ενέργεια, ανανεώσιμες και μεγάλα έργα, δηλαδή τομείς που κυριαρχούσαν ούτως ή άλλως και για τους οποίους ήταν ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ παλαιότερα που υποστήριζε ότι αντιπροσωπεύουν ένα «στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης»

Βέβαια αυτή δεν είναι η μόνη παλινωδία στην ομιλία του πρωθυπουργού. Η αναφορά του ότι «εφαρμόσαμε περισσότερες από 450 μεταρρυθμιστικές δράσεις σε όλο το εύρος της οικονομίας», έρχεται σε μια ιδιότυπη αντίστιξη με τις κατ’ επανάληψη δηλώσεις του μέχρι το 2015 ότι όλα αυτά είναι «νεοφιλελεύθερες ανατροπές», που στρέφονταν κατά του «κόσμου της εργασίας».

Το χαμένο «κοινωνικό πρόσωπο» η ανύπαρκτη «συλλογική αυτοπεποίθηση»

Ο πρωθυπουργός δεν παρέλειψε να εμφανίσει και πάλι το «κοινωνικό πρόσωπο» της κυβέρνησης και να προσπαθήσει να πείσει ότι έχει πάρει σε μέτρα σε αυτή την κατεύθυνση.

«Επιγραμματικά αναφέρω την προστασία της πρώτης κατοικίας,  την επέκταση των επιδομάτων αλληλεγγύης,  τις φορολογικές διευκολύνσεις, την επέκταση της προστασίας της πρώτης κατοικίας την καθολική πρόσβαση στο σύστημα υγείας,  την αύξηση των κονδυλίων για την έρευνα, τα σχολικά γεύματα, τους βρεφονηπιακούς σταθμούς, σημαντικές μεταξύ άλλων πρωτοβουλίες για τη στήριξη των πιο αδύναμων και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.»

Βέβαια και ως προς αυτό τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Καταρχάς ως προς την προστασία της πρώτης κατοικίας και την «επέκταση της προστασίας της πρώτης κατοικίας», αυτό που συμβαίνει είναι ότι τελειώνει η προστασία της πρώτης κατοικίας με τον τρόπο που ίσχυε μέχρι τώρα, καθώς φτάνουν στο χρονικό τέλος τους οι προβλέψεις του Νόμου Κατσέλη. Το νέο πλαίσιο, που επεξεργάζεται η κυβέρνηση σε διαπραγμάτευση με τους ευρωπαϊκούς φορείς έχει καταστεί σαφές πως θα προσφέρει μικρότερη προστασία.

Αντίστοιχα ως προς τα άλλα κοινωνικά μέτρα είναι σημαντικό να θυμίσουμε ότι για να μπορέσει να πείσει η κυβέρνηση τους «θεσμούς» για τη μη περικοπή των παλαιών συντάξεων, αναγκάστηκε να κάνει περικοπές 1,73 δισ. από θετικά μέτρα τα οποία είχε προβλέψει ότι θα έπαιρνε. Αυτά περιλαμβάνουν 190 εκ. για το πρόγραμμα των σχολικών γευμάτων, 140 εκ. για τη δημιουργία νέων μονάδων προσχολικής αγωγής, 600 εκ. επιδότησης ενοικίου (που μόνο εν μέρει αντισταθμίζονται από τα 400 εκατομμύρια του στεγαστικού επιδόματος), 100 εκ. επενδύσεων στην ενέργεια, 100 εκ. επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα, 100 εκ. που αφορούσαν τον νέο αναπτυξιακό νόμο, 260 εκ. από τα προγράμματα ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης του ΟΑΕΔ και 240 εκατομμύρια από την επιδότηση της συμμετοχής των ασφαλισμένων στα συνταγογραφούμενα φάρμακα.

Είναι σαφές ότι απέχουμε αρκετά από το «κοινωνικό πρόσωπο» που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση.

Κυρίως, όμως, απέχουμε αρκετά από τη «συλλογική αυτοπεποίθηση» στην οποία αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός. Η ελληνική κοινωνία παραμένει μια κοινωνία αποκαρδιωμένη ύστερα από την παρατεταμένη λιτότητα, αποθαρρυμένη, χωρίς αισιοδοξία για το μέλλον, στριμωγμένη σε μια συνθήκη που απλής επιβίωσης. Και αυτό μόνο αιτία για πανηγυρισμούς δεν είναι.