Το κακό με τον ΣΥΡΙΖΑ, τα στελέχη και τους οπαδούς του, είναι ότι πιστεύουν αυτά που λένε. Δεν υποκρίνονται και ας έρχεται κάποια στιγμή στην οποία πιστεύουν άλλα. Αυτό είναι μία λεπτομέρεια. Αλλά αυτός και ο λόγος για τον οποίο δεν βγαίνει άκρη.

Πιστεύει ας πούμε ο Παπαδημούλης αυτό που είπε στην Ευρωβουλή, ότι έχει συντελεστεί πρόοδος στην ελληνική οικονομία. Και ας είναι οι τράπεζες υπό κατάρρευση, και ας έχει γίνει το Χρηματιστήριο… Σαχάρα και ας καλπάζει η απόδοση του ομολόγου προς το 5% και οι αγορές χάνονται κάπου στο βάθος του γκρίζου ορίζοντα.

Πιστεύει και η Αχτσιόγλου ότι η βελτίωση της κατάστασης είναι αισθητή στην τσέπη των πολιτών. Οι οποίοι έχουν χάσει τον λογαριασμό του τι χρωστούν και τι να (μην) πρωτοπληρώσουν. Καμία σημασία δεν έχει.

Πιστεύει η Παπακώστα ότι η αντιμετώπιση των επεισοδίων στο Πολυτεχνείο ήταν η ενδεδειγμένη και αποτελεσματική.

Πιστεύει και ο Τζανακόπουλος ότι μετά το ναυάγιο με την Εκκλησία, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει μόνη της σε όλα αυτά τα ανεδαφικά, νομικά ανυπόστατα και εν γένει επικίνδυνα που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός πριν δύο εβδομάδες.

Το πρόβλημα είναι ότι με αυτόν τον τρόπο δηλητηριάζεται ακόμη περισσότερο αυτή στρεβλή δημόσια συζήτηση. Αλλά ούτως ή άλλως, αυτός είναι ο σκοπός.

Στην απόγνωσή της η κυβέρνηση έχει ανοίξει όλα τα θέματα, σε κανένα δεν μπορεί να κάνει ένα βήμα και αντιθέτως, σε όλα τα πεδία έχει ένα εναλλακτικό σενάριο ναρκοθέτησης, προκειμένου να παραδώσει ένα χάος στην επόμενη κυβέρνηση.

Αυτή θα είναι η τακτική της εν όψει εκλογών, οι οποίες με το που θα μπει ο νέος χρόνος θα είναι ορατές.

Και προσπαθεί να χρυσώσει το χάπι με κουτσουρεμένες παροχές και δήθεν αναβαθμισμένες συνομιλίες με τους εταίρους. Για το πόσο αναβαθμισμένες είναι, υπάρχει το πειστήριο του στιγμιότυπου από το Βερολίνο, όπου μία αίθουσα γεμάτη στελέχη του SPD ξεκαρδίζονται στα γέλια, λόγω της πλάκας που κάνει ένας Γερμανός δημοσιογράφος στον Αλέξη Τσίπρα.

Όλα αυτά τα ωραία συμβαίνουν όσο υπάρχει μία λεπτομέρεια ως εκκρεμότητα. Η υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η κυβέρνηση έναντι μεγάλων κατά κανόνα «παιχτών» στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

Είτε πρόκειται για επιχειρηματικές συμφωνίες, είτε για την υπόσχεση «επίλυσης» του Σκοπιανού, ο χρόνος λιγοστεύει και οι υποσχέσεις πρέπει να τηρηθούν. Και αυτούς δεν τους νοιάζει εν τέλει τι θα γίνει με τις συντάξεις.

Όλα δείχνουν πως οι διευθετήσεις γίνονται βιαστικά, άρον άρον.

Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις γίνονται λάθη.

Δεν σημαίνει ότι θα συμβούν αναγκαστικά, αλλά αν η αλαζονεία δεν ελεγχθεί – που δεν θα ελεγχθεί, μπορεί κάποιοι να βρεθούν σε δυσάρεστη θέση.