Πλεονάσματα μαμούθ, που αφήνουν χώρο για φοροελαφρύνσεις, και μέσο ρυθμό ανάπτυξης 2,16% προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2019-22. Προβλέπει όμως και αύξηση φορολογικών εσόδων. Κατ' αρχήν εφικτοί οι στόχοι για τα πλεονάσματα, αισιόδοξες οι προβλέψεις για την ανάπτυξη κρίνει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο

Πρωτογενή πλεονάσματα μαμούθ που κλιμακώνονται έως το 5,19% το 2022, δημιουργώντας «δημοσιονομικό χώρο» για φοροελαφρύνσεις και παροχές και μέσο ρυθμό ανάπτυξης 2,16% προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) της περιόδου 2019-22.

Προβλέπει όμως και αύξηση των φορολογικών εσόδων, κατά 4,77 δισ. ευρώ στην πενταετία.

Κατ’ αρχήν εφικτοί οι στόχοι για τα πλεονάσματα, αισιόδοξες όμως οι προβλέψεις για την ανάπτυξη κρίνει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, που «αποκάλυψε» τις προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου δίνοντας στη δημοσιότητα την έκθεση για την αξιολόγησή τους.

Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής του υπουργείου Οικονομικών θα κατατεθεί στην Βουλή μαζί με το πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα της τέταρτης αξιολόγησης, για να ψηφιστούν βάσει του προγραμματισμού έως τις 14 Ιουνίου.

Οι δημοσιονομικές προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου

Για το πρωτογενές πλεόνασμα το υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι από 3,56% του ΑΕΠ φέτος, θα ακολουθεί διαρκώς ανοδική πορεία στο 3,96% του ΑΕΠ το 2019, σε 4,15% το 2020, 4,53% το 2021 και 5,19% του ΑΕΠ το 2022.

Υπενθυμίζεται ότι οι δεσμεύσεις που απορρέουν από το Μνημόνιο ορίζουν για τη διάρκεια της πενταετίας στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ.

Στη βάση των προβλέψεων αυτών εκτιμάται ότι θα δημιουργηθεί ήδη από φέτος ο περιβόητος «δημοσιονομικός χώρος», όπως τον ονομάζει η κυβέρνηση (ο οποίος προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ των μνημονιακών στόχων και των μεγεθών που τελικά επιτυγχάνονται), που θα αξιοποιηθεί για ελαφρύνσεις φόρων και παροχές.

Το μέγεθος του «δημοσιονομικού χώρου» βαίνει επίσης αυξανόμενο, ξεκινώντας φέτος από τα 111 εκατ. ευρώ, το 2019 αγγίζει τα 866 εκατ. ευρώ, αυξάνεται σε 1,287 δισ. ευρώ το 2020, πιάνει τα 2,112 δισ. ευρώ το 2021 και «φουσκώνει» στα 3,582 δισ. ευρώ το 2022.

Στο Μεσοπρόθεσμο προβλέπεται συγκράτηση των δαπανών στα 86 με 87,5 δις ευρώ και αύξηση των εσόδων από τα 86,86 δις ευρώ εφέτος στα 91,63 δις ευρώ το 2022 (+4,77 δις ευρώ).

Είναι ενδεικτικό πως το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο στην αξιολόγησή του επί του Μεσοπρόθεσμου που κρίνει απαιτητικούς μεν, εφικτούς δε τους στόχους για τα πλεονάσματα, αναφέρει ότι «η επίτευξη του στόχου […], σε συνδυασμό με μεγέθυνση 2,16% σε μέσο ετήσιο ρυθμό μεταξύ 2018 και 2022, προϋποθέτει τη συγκράτηση των δημοσίων δαπανών στα επίπεδα των 86-87,5 δισ. ευρώ και τη διατήρηση μιας ελαφράς αυξητικής τάσης των δημοσίων εσόδων με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 1,35%».

Πάντως, υπογραμμίζει «για την επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου όπως έχει τεθεί στη Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (ΣΧΔ) -με δεδομένο το ύψος των δαπανών- θα αρκούσε ηπιότερη αύξηση των δημοσίων εσόδων.»

» Θα μπορούσε συνεπώς να θεωρηθεί ότι το πλεόνασμα των εσόδων που προκύπτει από αυτήν τη διαφορά ισοδυναμεί με αντίστοιχης έκτασης οιονεί «δημοσιονομικό χώρο», ο οποίος είναι δυνατό να αξιοποιηθεί σε στοχευμένες, σταδιακές και προγραμματισμένες μειώσεις της φορολογικής επιβάρυνσης».

Στις κυριότερες επιμέρους κατηγορίες εσόδων, όπως προστίθεται στην έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, το προτεινόμενο ΜΠΔΣ προβλέπει μέση άνοδο των εισπράξεων άμεσων φόρων της τάξης του 3,9% μεταξύ 2018 και 2022 και μεταβολή των εισπράξεων έμμεσων φόρων με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 1,3%.

Η τελευταία σηματοδοτεί την προβλεπόμενη μείωση του μεριδίου των έμμεσων φόρων στο ΑΕΠ αφού είναι αισθητά χαμηλότερη από το ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ
ενώ αποπληθωριζόμενο το απόλυτο ύψος των έμμεσων φόρων φαίνεται να σταθεροποιείται, σημειώνεται.

Η πρόβλεψη για αύξηση των εισπράξεων άμεσων φόρων, εξηγεί το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, εδράζεται κυρίως στην υψηλή εκτιμώμενη απόδοση άμεσων φόρων Φυσικών και Νομικών Προσώπων με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 6,1% και 5,3% αντίστοιχα την πενταετία 2018-2022.

Η αύξηση των εισπράξεων φόρων Φυσικών Προσώπων ειδικά από το 2020 και μετά προβλέπεται να στηριχθεί και στη θεσμοθετημένη μείωση του αφορολόγητου ορίου.

Τέλος η προβλεπόμενη αύξηση στις ασφαλιστικές εισφορές αποδίδεται αποκλειστικά στην αύξηση της απασχόλησης.

Οι προβλέψεις για ανάπτυξη, ανεργία, επενδύσεις

Σημαντική μείωση της ανεργίας από το 19,9% το 2018 στο 14,3% το 2022 προβλέπει το ΜΠΔΣ

Στις μακροοικονομικές εκτιμήσεις του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου προβλέπεται αύξηση του ΑΕΠ κατά 2% το 2018 (έναντι 2,5% που προέβλεπε ο πρϋπολογισμός), 2,4% το 2019, 2,3% το 2020, 2,1% το 2021 και 1,8% το 2022.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις σημαντική συμβολή στην αύξηση του ΑΕΠ θα έχουν οι επενδύσεις για τις οποίες προβλέπεται αύξηση 11,1% φέτος, 12,1% το 2019, 9,4% το 2020, 7,7% το 2021 και 5,7% το 2022.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΜΠΔΣ 2019-2022 οι επενδύσεις παραμένουν (σε σχέση με το ΜΠΔΣ 2018-2021) η κινητήρια δύναμη στην αύξηση του Α.Ε.Π., αφού προβλέπεται μεγάλη άνοδος με πραγματικούς ρυθμούς αύξησης (μέσα επίπεδα ετήσιας αύξησης, περίπου 8,7% μεταξύ 2018 και 2022), σημειώνει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

Με δεδομένο ότι το ΠΔΕ θα παραμείνει σχεδόν σταθερό καθόλη την περίοδο 2018-2022, επισημαίνεται στην έκθεση, το «βάρος» για την επίτευξη των στόχων πέφτει εξ ολοκλήρου στον ιδιωτικό τομέα. Οι προβλέψεις του ΜΠΔΣ για αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου καθίστανται έτσι αρκετά αισιόδοξες σε σχέση με τις προβλέψεις για τις υπόλοιπες συνιστώσες του Α.Ε.Π.

Κατά συνέπεια, τονίζει το Συμβούλιο, τίθεται επιτακτικότερα από ποτέ άλλοτε το ζήτημα των κινήτρων, της διευκόλυνσης και της ευρύτερης ρύθμισης των όρων επιχειρηματικής δράσης, καθώς και της προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει τα μεγάλα επενδυτικά σχέδια που ήδη έχουν δρομολογηθεί (π.χ. το έργο στο πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού) να ξεκινήσουν να υλοποιούνται, σε συνδυασμό με μικρότερου μεγέθους επενδυτικές πρωτοβουλίες. Ειδικά για τις τελευταίες, η σταδιακή άμβλυνση των κεφαλαιακών ελέγχων θα συμβάλει δραστικά στην ενίσχυσή τους.

Η οικοδομική δραστηριότητα, η οποία για δεκαετίες αποτέλεσε το μεγαλύτερο μέρος του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, εκτιμάται ότι δεν πρόκειται να γνωρίσει άμεσα σημαντική ανάκαμψη. Συνεπώς, ο στόχος του Υπουργείου για μέσο ρυθμό αύξησης των επενδύσεων στην οικοδομή περί το 7,9% κρίνεται υπεραισιόδοξος.

Αντίθετα, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται ότι θα αυξάνεται με ήπιους ρυθμούς 0,5% φέτος, 1% το 2019 και από 1,2% κατ’ έτος στην επόμενη τριετία.

Ωστόσο, ακόμη και αυτές τις προβλέψεις για την ιδιωτική κατανάλωση το Δημοσιονομικό Συμβούλιο κρίνει ότι είναι αισιόδοξες.

Όπως εξηγεί, στην Ελλάδα το ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης στη διάρθρωση του ΑΕΠ κυμαίνεται περί το 70%. Συνεπώς είναι το μέγεθος του οποίου η εξέλιξη έχει την πλέον ισχυρή, βραχυχρόνια επίπτωση στη μεγέθυνση. Η αναθεώρηση της συμβολής της κατανάλωσης προς τα κάτω σε σχέση με το ΜΠΔΣ 2018-2021 -έχει σαφώς επηρεαστεί από την πρόσφατη υποτονική (κατά το 2017) και, εσχάτως, αρνητική μεταβολή (Α’ τρίμηνο 2018)- αποτυπώνει μια πιο ρεαλιστική εξέλιξη.

Ωστόσο, προσθέτει το Συμβούλιο, «στο ΜΠΔΣ ο «πήχυς» τίθεται πολύ ψηλά, προβλέποντας αύξηση με μέσο ετήσιο ρυθμό 1,1% μεταξύ 2018 και 2022. Η πίεση που ασκούν στο διαθέσιμο εισόδημα οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις των νοικοκυριών δεν φαίνεται να στηρίζουν μια τέτοια αισιοδοξία. Ενδεχόμενη πιστωτική επέκταση με έμφαση στην ιδιωτική κατανάλωση, η σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας και η εξάλειψη του αποθέματος των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της Γενικής Κυβέρνησης, συγκαταλέγονται στους παράγοντες που μπορεί να κάνουν το στόχο για την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης επιτεύξιμο.»

» Η εφαρμογή αντισταθμιστικών μέτρων, μπορεί να αμβλύνει την περιοριστική επίπτωση από τη μείωση των συντάξεων το 2019 και ιδίως του αφορολογήτου το 2020 και να συνδράμει στην τόνωση της ιδιωτικής κατανάλωσης».

Το σενάριο των μεσοπρόθεσμων μακροοικονομικών εξελίξεων της περιόδου 2019-2022 στηρίζεται, τονίζει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, στις εξής αρχικές παραδοχές:

  • Ομαλή ολοκλήρωση του ισχύοντος προγράμματος.
  • Διατύπωση δεσμευτικής πολιτικής απόφασης για το πλέγμα και το χρονοδιάγραμμα των μεσοπρόθεσμων μέτρων που θα καθιστούν μακροχρόνια διαχειρίσιμο το δημόσιο χρέος.
  • Εφαρμογή λεπτομερούς αναπτυξιακού σχεδίου για την ελληνική οικονομία.

«Υπό τις ανωτέρω σωρευτικές προϋποθέσεις, η ελληνική οικονομία μπορεί να επανέλθει σε τροχιά διατηρήσιμης μεγέθυνσης σε μεσο-μακροχρόνια περίοδο, όπως
προβλέπει το ΜΠΔΣ 2019-2022» σημειώνει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο και προσθέτει:

«Η επίτευξη των στόχων για το 2018 αλλά και για τα επόμενα έτη συναρτάται στενά με τις δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας, καθώς και με συνθήκες πολιτικής σταθερότητας και σχετικής οικονομικής ανάκαμψης σε ευρωπαϊκή κλίμακα, παρά τους κλυδωνισμούς που αναμένεται να προξενήσουν ο αντίκτυπος που θα έχουν στις κεφαλαιαγορές πολιτικές αναταράξεις σε Ιταλία και Ισπανία, οι γεωπολιτικές αναστατώσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, οι εξελίξεις των τιμών της ενέργειας και οι κλιμακούμενες πολιτικές προστατευτισμού από τις ΗΠΑ».

Κρίνοντας  ως αισιόδοξες τις εκτιμήσεις για διατηρήσιμους ρυθμούς μεγέθυνσης της τάξης άνω του 2% ετησίως, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο «υιοθετεί υπό προϋποθέσεις τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις του ΜΠΔΣ».

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr