Αν από έναν θάνατο ενός νέου πιλότου πάνω στο καθήκον, μας μείνουν μόνο τα δημόσια θυμιατά και τα αναθέματα, τα απρόσωπα συλλυπητήρια κι η καπηλεία του νεκρού του σώματος, τότε το μόνο που θα έχουμε πετύχει θα είναι να καταλήξουμε σε αισθήματα και συμπεράσματα που θα αποτελούν, άθελα μας, απρέπεια στην τιμή του και στο καθήκον που επέλεξε.

Είναι όμως δύσκολο να μη νιώσεις πνιγμό κι απελπισία όταν, στο όνομα ενός πατριωτισμού πολύ περίεργα ιδωμένου, ΜΜΕ, σχολιαστές, αναλυτές, αιρετοί κι ηγεσία εμφανίζονται, ξανά, τόσο κατώτεροι των περιστάσεων.

Ξεκινώντας από τα πρώτα λεπτά που έγινε γνωστό πως το Mirage 2000-5 αγνοείται, τα ΜΜΕ δεν μπορούσαν να μείνουν σε μια ενιαία γραμμή αναπαραγωγής της επίσημης ροής ενημέρωσης για το περιστατικό, προτιμώντας να κάνουν κούρσα ταχύτητας. Η ταχύτητα μάλιστα στις είδησεις αυτές είναι εξαιρετικά αμφίβολο (για να αποφύγουμε την απολυτότητα) αν προσφέρει κάτι στην ποιότητα της ενημέρωσης. Είναι όμως απαραίτητη για να ανατροφοδοτεί τον βουλιμικό τρόπο που καταναλώνονται και μεταβολίζονται πλέον οι ειδήσεις.

Το ίδιο γρήγορα ξεκίνησαν να μεταδίδονται φήμες, υπονοούμενα, εικασίες, σενάρια, ειδικών κι ανειδίκευτων, σε ΜΜΕ και social media. «Πληροφορίες» κι αναλύσεις που σε κάνουν να απορείς γιατί τελικά έχει βγει το κακό όνομα στους οδηγούς ταξί για την πολυεπίπεδη και εις βάθος γνώση τους σε μια τεράστια βεντάλια θεμάτων και δεν το παίρνουμε απόφαση να το εντάξουμε κι αυτό στον ελληνικό εξαιρετισμό που τόσο μας αρέσει να επικαλούμαστε όποτε βολεύει. Αινιγματικά σχόλια για τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις ηγεσίες του, αντιπολιτεύτικος οίστρος, ακόμη και λεπτομερέστατα σχόλια για τεχνικές λεπτομέρειες και διάφορες αστειότητες για «σαπάκια» λες και τα αεροπλάνα είναι προιόντα ραφιού με ημερομηνία λήξης ή αυτοκίνητα που τα αλλάζεις σε 10 χρόνια.

Και βέβαια, το κερασάκι σε μια τούρτα με πολλές στρώσεις προσβολών και μπόλικο ύφος για παντεσπάνι, ήταν η «ανακοίνωση» του θανάτου του πιλότου. Όχι από το υπουργείο. Όχι από το επιτελείο. Αλλά από τον προσωπικό λογαριασμό του υπουργού Εθνικής Αμύνης. Ξέρετε, αυτόν που ανεβάζει ξεκαρδιστικές γραβάτες με ανδρικά μέλη, φωτομοντάζ με το πρόσωπο του στο κεφάλι της πρωταγωνίστρια του Top Gun κ.α. «Ένας Έλληνας πιλότος στο πάνθεον των Ηρώων». Γιατί δεν φτάνει που το μέσο στο οποίο έγινε ανακοίνωση δεν σηκώνει ούτε ένα μικρό μέρος από το βάρος της, δεν είχε καν την λεπτότητα, εφόσον ανακοινώνει, να το κάνει με το ονοματεπώνυμο του, αν όχι και με μια φωτογραφία του με την στολή του.

Δεν ήταν λοιπόν «ένας Έλληνας πιλότος». Ήταν ο Σμηναγός (I) Γεώργιος Μπαλταδώρος. Ήταν ιπτάμενος της Πολεμικής Αεροπορίας μας και, όπως όλοι οι συνάδελφοι του, βίωνε τον πόλεμο καθημερινά – διότι αυτό κάνουν εκεί πάνω, απλώς, ευτυχώς χωρίς να πέφτουν πυρά, αυτό σημαίνει αναχαιτίσεις. Αυτή είναι η εργασία και το καθήκον τους, το οποίο απαιτεί να είναι ανα πάσα στιγμή διαθέσιμοι και έτοιμοι. Είναι μια δουλειά που οι απολαβές της είναι δυσανάλογες του πραγματικού κινδύνου που ενέχει για αυτούς που την κάνουν και στην οποία, όποιος την κάνει, «παραδίδει» κάτα κάποιο τρόπο και την δική του ατομική ασφάλεια κατά τον ίδιο τρόπο που το κράτος εμπιστεύεται την ασφάλεια όλων των πολιτών του στους μάχιμους.

Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα πατριωτικό στις πολεμικές κραυγές, τις θεωρίες συνωμοσίες. Δεν είναι απλώς λάθος, είναι και κενό νοήματος, ανόητο, όταν αυτά εκφέρονται από ανθρώπους που βιώνουν τέτοιες κρίσεις στο Twitter ή στα γραφεία τους ενώ υπάρχουν πολύ πραγματικοί άνθρωποι, με σάρκα, οστά, οικογένειες και αγαπημένους και ζωή με ίση αξία με όλους, που όταν οι χώρες παίζουν πόλεμο αυτοί μπορεί να πεθάνουν για να λένε, κάποιοι, «ένας Έλληνας πιλότος…». Εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν και πιο ανώδυνα θέματα για ξεσπάσματα.

Γράψτε το σχόλιο σας