Το Σαββατοκύριακο, 17 και 18 Φεβρουαρίου του 1968, η ατμόσφαιρα στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου μύριζε «διεθνή επανάσταση». Χιλιάδες φοιτητές, μαθητές, εκπαιδευόμενοι, που αισθάνονταν κομμάτι ενός διεθνούς κινήματος διαμαρτυρίας, ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Γερμανικού Σοσιαλιστικού Φοιτητικού Συνδέσμου SDS και συγκεντρώθηκαν στο δυτικό Βερολίνο. «Διεθνές Κογκρέσο του Βιετνάμ» ονομάστηκε η συνάντηση, στην οποία δήλωσαν ότι θα συμμετάσχουν επώνυμοι και αξιωματούχοι του χώρου. Δύο εβδομάδες πριν το κομμουνιστικό Βόρειο Βιετνάμ ξεκίνησε αιφνιδιαστικά επίθεση στις δυνάμεις των Αμερικανών και του Νότιου Βιετνάμ, οι Βιετκόνγκ κατάφεραν μάλιστα να φτάσουν μέχρι την αμερικανική πρεσβεία στη Σαϊγκόν. Στο Βερολίνο επικρατούσε φρενίτιδα.

Φυτώριο μιας νέας Διεθνούς

«Για τη νίκη της βιετναμέζικης επανάστασης» έγραφε στο τεράστιο πανό στο Auditorium maximum του πανεπιστημίου, όπου συνεδρίαζε το Κογκρέσο, μαζί με τη φράση του Τσε Γκεβάρα «υποχρέωση κάθε επαναστάτη είναι να κάνει επανάσταση». Εκατοντάδες εκπρόσωποι ξένων οργανώσεων είχαν προσκληθεί, μεταξύ αυτών οι αμερικανικοί «Μαύροι Πάνθηρες», οι Παλαιστίνοι, η βασκική οργάνωση ETA και ο βορειοιρλανδικός IRA. Ο φιλόσοφος Χέρμπερτ Μαρκούζε ήρθε από τις ΗΠΑ, οι συγγραφείς Πέτερ Βάι και Έριχ Φριντ καθώς και ο τροτσκιστής Έρνεστ Μαντέλ από το Βέλγιο. Το Κογκρέσο, σύμφωνα με την καθοδήγηση του αρχηγού των φοιτητών Ρούντι Ντούτσκε, θα έπρεπε να γίνει φυτώριο μιας νέας Διεθνούς, ενός παγκόσμιου απελευθερωτικού κινήματος εναντίον του ιμπεριαλισμού και το κεφαλαίου. Ορισμένοι το εννοούσαν πολύ σοβαρά.

Ήδη από το βράδυ πριν την έναρξη των εργασιών, όπως γράφει στο βιβλίο του «Η κόκκινη δεκαετία» για τα χρόνια από το 1967 μέχρι το 1977 ο ιστορικός Γκέρντ Κένεν, ο ιταλός εκδότης και πολυεκατομμυριούχος Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλι φόρτωσε στο αυτοκίνητό του κομμάτια δυναμίτη και τα άφησε έξω από το σπίτι του Ντούτσκε στο Βερολίνο. Η εκρηκτική ύλη μεταφέρθηκε σε παιδικό καροτσάκι και αποθηκεύτηκε σε σπίτι. Για καμουφλάζ έβαλαν από πάνω το μικρό γιό του, Χοσέα Τσε. Λίγο πριν το διοικητικό δικαστήριο του Βερολίνο έδωσε άδεια για μια διαδήλωση φοιτητών, που θα επρόκειτο να γίνει μετά το Κογκρέσο. Μέχρι και την τελευταία στιγμή ο δήμαρχος-πρωθυπουργός της πόλης Κλάους Σίτς από το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα έκανε το παν για να απαγορεύσει τη διαδήλωση. Το κατάφερε υπό την έννοια ότι απαγορεύτηκε πορεία σε αμερικανικά στρατόπεδα και έτσι εμποδίστηκε αντιπαράθεση με την αμερικανική στρατιωτική αστυνομία.

Επανάσταση εναντίον των νικητών του ναζισμού

Γυρνώντας το ρολόι της ιστορίας 5 χρόνια νωρίτερα, μερικές εκατοντάδες μέτρα από το αμερικανό στρατηγείο στο Βερολίνο ο αμερικανός πρόεδρος Τζον Κένεντι προκάλεσε ενθουσιασμό στους φοιτητές του TU με την ομιλία του, στην οποία τους καλούσε να αναμειγνύονται και να συμμετέχουν στο σχηματισμό δημοκρατικής βούλησης. Κι όταν το 1963 δολοφονήθηκε, οι εκπρόσωποι των φοιτητικών οργανώσεων κάλεσαν όλα τα βερολινέζικα πανεπιστήμια να κατέβουν με πυρσούς στο χέρι στη μνήμη του. Πώς ήταν δυνατόν λοιπόν να αντιστραφεί τόσο γρήγορα η ατμόσφαιρα κατά των ΗΠΑ;

Μια πρώτη απάντηση είναι ο πόλεμος στο Βιετνάμ και η στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ. Αλλά οφείλεται και στην απογοήτευση που ένιωσαν πολλοί στην αγάπη τους προς τους Αμερικανούς, όπως σημείωσε ο συγγραφέας Κρίστιαν Ντέλιους. Το ότι πάντως οι αντιαμερικανικές διαδηλώσεις έγιναν στο Δυτικό Βερολίνο ήταν παρόλα αυτά αξιοπρόσεκτο. Υπό την προστασία των συμμάχων αναπτύχτηκε σε αυτό το κομμάτι της πόλης ένας βιότοπος ελευθερίας, όπου δοκιμάστηκαν όλοι οι εναλλακτικοί τρόποι ζωής με τον στρατιωτικό σταθμό AFN να παίζει ροκ εν ρολ και μπλουζ. Έκανε η μεταπολεμική γενιά την επανάστασή της εναντίον των νικητών επί της ναζιστικής Γερμανίας; Στις συνεντεύξεις που γίνονταν τότε στους δρόμους οι Βερολινέζοι έβγαζαν χολή κατά των φοιτητών. Η εφημερίδα Bild και άλλα ΜΜΕ δηλητηρίαζαν ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα.

«Άρωμα βίας»

Για τον πολιτικό επιστήμονα Βόλφγκανγκ Κράουσχαρ «ο πόλεμος στο Βιετνάμ δεν ήταν μόνο ένα σκηνικό χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά συνεχώς μέσα στα κεφάλια της γενιάς του 68». Οι Βιετκόνγκ και τα απελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική πρόσφεραν πεδίο προβολής ελπίδων για επανάσταση. Σύμφωνα με τον Ντούτσκε οι ανταρτικές ομάδες ήθελαν να επιταχύνουν την αποσταθεροποίηση των ιμπεριαλιστικών κέντρων δύναμης των μητροπόλεων. Και με μια καμπάνια κατά του ΝΑΤΟ και εναντίον της Μπούντεσβερ ο αγώνας θα μεταφέρονταν στη Γερμανία.

Σήμερα, τι έχει απομείνει από εκείνη την ατμόσφαιρα; «Η γενιά του 68 στόχευσε στην απελευθέρωση, η αντιρατσιστική, μετα-αποκοικιοκρατική και διεθνιστική αριστερά του σήμερα επιδιώκει τη δικαιοσύνη» έγραψε ο κοινωνιολόγος Χάιντς Μπούντε στη Frankfurter Rundschau. Στο Κογκρέσο, όμως, διαφάνηκε «άρωμα βίας» που λίγο αργότερα οδήγησε στη ίδρυση της τρομοκρατικής RAF και το 1977 στο «γερμανικό φθινόπωρο». Τρεις εβδομάδες μετά το Κογκρέσο ο εργάτης Γιόζεφ Μπάχμαν από το γραφείο του SDS, πυροβόλησε 3 φορές τον Ρούντι Ντούτσκε, οι δύο σφαίρες τον βρήκαν στο κεφάλι. Από τότε δεν μπόρεσε ποτέ να επανέλθει. Στις 24 Δεκεμβρίου του 1979 πέθανε από τα τραύματά του.

Έστεμπαν Ένγκελ,dpa/Ειρήνη Αναστασοπούλου



Deutsche Welle

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο