Δεν είναι υπερχρεωμένα τα ελληνικά νοικοκυριά, εκτιμά ο Τ.Αράπογλου
Ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά δανεισμού στην ΕΕ, 86%, έχουν τα ελληνικά νοικοκυριά, σύμφωνα με τη μελέτη της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών που παρουσιάστηκε από την πρόεδρό της, Τ.Αράπογλου, ο οποίος εκτιμά πως δεν τίθεται θέμα υπερχρέωσης των ελληνικών νοικοκυριών.
Ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά δανεισμού, στην ΕΕ, 86%, έχουν τα ελληνικά νοικοκυριά, σύμφωνα με τη μελέτη της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών που παρουσιάστηκε από την πρόεδρό της, Τ.Αράπογλου, ο οποίος τόνισε πως δεν τίθεται θέμα υπερχρέωσης των ελληνικών νοικοκυριών.
Η μελέτη με τίτλο «Η συμβολή του τραπεζικού συστήματος στην ελληνική οικονομία» παρουσιάστηκε την Τρίτη, με πρωτοβουλία της ΕΕΤ, από τον πρόεδρό της, Τ.Αράπογλου, στον πρόεδρο και μέλη της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής. Παρόντες, επίσης, στην παρουσίαση ήταν οι αντιπρόεδροι της ΕΕΤ, Δ.Μαντζούνης και Ν.Νανόπουλος, καθώς και ο γενικός γραμματέας Χ.Γκόρτσος.
Στην ομιλία του ο κ. Αράπογλου παρουσίασε αναλυτικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία δεν τίθεται θέμα υπερχρέωσης των ελληνικών νοικοκυριών, ο ανταγωνισμός λειτουργεί πλήρως προς όφελος των καταναλωτών, ενώ τα επιτόκια χορηγήσεων στην στεγαστική πίστη είναι τα χαμηλότερα επιτόκια μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης ενώ και στις τραπεζικές καταθέσεις, τα ελληνικά νοικοκυριά απολαμβάνουν τα τελευταία χρόνια υψηλότερα επιτόκια από το μέσο όρο των υπολοίπων κρατών μελών της ευρωζώνης.
Ειδικότερα ο κ.Αράπογλου αναφερόμενος στις επιμέρους ενότητες της μελέτης επισήμανε τα εξής:
Αναφορικά με τον δανεισμό νοικοκυριών, τόνισε ότι σύμφωνα και με τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η χώρα μας έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά (86%) λόγω συνολικών πιστώσεων προς το ΑΕΠ, έναντι 230% στην Ιρλανδία, 200% στη Δανία, 164% στην Ισπανία, 162% στο Ηνωμένο Βασίλειο και 148% στην Πορτογαλία. Ο μέσος όρος των 25 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 132%, της ευρωζώνης 129%, ενώ το χαμηλότερο ποσοστό είναι αυτό της Φινλανδίας που ανέρχεται στο 79%.
Ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων της ίδιας κατηγορίας:
-στην καταναλωτική πίστη μειώθηκε τα δύο τελευταία χρόνια σχεδόν κατά μια ποσοστιαία μονάδα ετησίως και το 2007 διαμορφώθηκε στο 6,0%, και
-στη στεγαστική πίστη διατηρείται την τελευταία τριετία περίπου σταθερό στο 3,6%, γεγονότα που αποδεικνύουν την άσκηση συντηρητικότερης πολιτικής δανεισμού από τις τράπεζες με αποτέλεσμα τη σταδιακή βελτίωση του χαρτοφυλακίου δανείων προς τα νοικοκυριά.
Ενδεικτικά αναφέρεται πως σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία έχει και την αποκλειστική αρμοδιότητα παρακολούθησης θεμάτων σχετικών με το ύψος του δανεισμού των ελληνικών νοικοκυριών, τον Ιούνιο του 2007:
-4,6 στις 10 αιτήσεις χορήγησης πιστωτικής κάρτας και -4,4 στις 10 αιτήσεις χορήγησης καταναλωτικών δανείων χωρίς εγγύηση απορρίπτονταν από τις τράπεζες.
Όπως ανέφερε ο κ. Αράπογλου, ο περιορισμός των δανείων σε καθυστέρηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα νοικοκυριά δεν φαίνεται να είναι «υπερχρεωμένα», αφού κατάφεραν να απορροφήσουν, χωρίς εμφανή δυσκολία, τις αυξήσεις επιτοκίων των τριών τελευταίων ετών (κατά 1,75%). Εάν τα νοικοκυριά ήταν «υπερχρεωμένα», όπως με έμφαση υποστηρίζεται, λογική θα ήταν αύξηση και όχι συρρίκνωση του ποσοστού των δανείων σε καθυστέρηση πολύ περισσότερο δε όταν αυξάνονται τόσο τα υπόλοιπα (2007: 23,2%, 2006 26,7%) όσο και η πελατειακή βάση.
Σχετικά με το επίπεδο επιτοκίων, όπως αναφέρεται στη μελέτη, η σύγκλιση των ονομαστικών τραπεζικών επιτοκίων δανεισμού ανάμεσα στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα κράτη μέλη της ευρωζώνης είναι τα τελευταία χρόνια διαρκής. Αυτό κατέστη εφικτό λόγω ιδίως της συνεχούς ενίσχυσης του ανταγωνισμού στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και της ανάπτυξης από τις τράπεζες πιο αποτελεσματικών μεθόδων υπολογισμού και διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου.
Η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα κράτη μέλη της ευρωζώνης όσον αφορά τα ονομαστικά τραπεζικά επιτόκια δανεισμού προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, για όλες τις κατηγορίες νέων δανείων, κυμαίνεται:
-από 0,36 έως 0,73 στην επιχειρηματική πίστη,
-1,26 στην καταναλωτική πίστη, και
-από -0,71% έως -0,51% στη στεγαστική πίστη.
Με δεδομένη την κατά το 1% προς τα άνω απόκλιση του εγχώριου πληθωρισμού από το μέσο όρο της ευρωζώνης, τα παραπάνω ποσοστά, στο σύνολό τους, αν αποπληθωριστούν, διαμορφώνονται από -1,71 έως 0,26%, δηλαδή από αρκούντως αρνητικά ως οριακά θετικά.
Επίσης, όπως αναφέρεται στη μελέτη, τα ονομαστικά επιτόκια στην Ελλάδα δεν είναι σε καμία κατηγορία δανεισμού τα μεγαλύτερα στην ευρωζώνη (τα ακριβότερα επιτόκια παρατηρούνται ενδεικτικά σε Αυστρία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία και Σλοβενία). Ειδικά δε στη στεγαστική πίστη τα ελληνικά νοικοκυριά απολάμβαναν, τον Ιανουάριο του 2008, τα χαμηλότερα επιτόκια μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης.
Σε ό,τι αφορά τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών, αυτά σε όλες τις χώρες είναι τα υψηλότερα εξαιτίας της φύσης και της λειτουργίας της πιστωτικής κάρτας (ανακυκλούμενη πίστωση, έλλειψη εμπράγματης ασφάλειας, υψηλότερος λειτουργικός κίνδυνος, απάτες, κλοπές).
Εξαίρεση, όπου πράγματι η Ελλάδα έχει τα υψηλότερα επιτόκια, όπως αναφέρεται στη μελέτη, αποτελούν τα άνω των πέντε ετών υφιστάμενα υπόλοιπα τραπεζικών δανείων προς επιχειρήσεις. Πρόκειται όμως για δάνεια τα οποία έχουν χορηγηθεί στο απώτερο πλέον παρελθόν, πολλά εξ αυτών πριν από τη νομισματική ενοποίηση, με υψηλότερο πληθωρισμό και δραχμικά επιτόκια κατά τη χορήγησή τους και τα οποία βαθμηδόν αντικαθίστανται από νεότερα δάνεια με αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση και σύγκλισή των επιτοκίων τους με το μέσο όρο της ευρωζώνης.
Στις τραπεζικές καταθέσεις, πάντως, όπως τόνισε ο κ. Αράπογλου, τα ελληνικά νοικοκυριά απολαμβάνουν τα τελευταία χρόνια υψηλότερα επιτόκια από το μέσο όρο των υπολοίπων κρατών μελών της ευρωζώνης, ενώ όσον αφορά τις επιχειρήσεις, με μοναδική, κυριολεκτικά, εξαίρεση το επιτόκιο καταθέσεων overnight (μιας ημέρας) στο οποίο ενσωματώνονται και έξοδα για φύλακτρα και το οποίο πράγματι είναι από τα ακριβότερα στην ευρωζώνη. Για όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες τα επιτόκια καταθέσεων κυμαίνονται στο μέσο όρο, ενώ τα χαμηλότερα επιτόκια καταθέσεων παρατηρούνται σε Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο Σλοβενία και Φινλανδία).
Αναφορικά με τα μερίσματα που καταβάλλουν οι τράπεζες στους μετόχους και χρηματιστηριακές εξελίξεις η μελέτη αναφέρει τα εξής: Η μερισματική πολιτική των ελληνικών τραπεζών ασκείται περίπου με το 45-50% των καθαρών τους κερδών (κέρδη προ φόρων). Τα μερίσματα που πληρώθηκαν από τις έξι μεγαλύτερες τράπεζες και τους ομίλους τους σε έλληνες και ξένους ιδιώτες και θεσμικούς επενδυτές, υπερέβησαν τα 1.800 εκατ. ευρώ το 2007. Ως προς τον αριθμό των μετόχων αξίζει να σημειωθεί ότι σήμερα οι ιδιώτες επενδυτές υπερβαίνουν τους 1.200.000, ενώ οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές κατέχουν το 1/3 περίπου του μετοχικού κεφαλαίου των εν λόγω τραπεζών που αντιστοιχεί σε 15 δισ. ευρώ σε κεφαλαιοποίηση, τη μεγαλύτερη δηλαδή σε μέγεθος ξένη επένδυση στην Ελλάδα σε επίπεδο κλάδου.
«Εν όψει, λοιπόν, όλων των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι η κερδοφορία των τραπεζών, αυτά τα φοβερά υπερκέρδη για τα οποία κατηγορείται το τραπεζικό σύστημα, δεν διανέμεται σε μια μικρή ομάδα προσώπων που απασχολείται στο τραπεζικό σύστημα, αλλά επιστρέφει στην κοινωνία», ανέφερε ο κ.Αράπογλου.
Από τα στοιχεία του 2007, όπως προκύπτει από την μελέτη, ένα ποσοστό 45% έως 50% περίπου διανεμήθηκε, μέσω της μερισματικής πολιτικής των τραπεζών στους μετόχους, οι οποίοι είναι κυρίως ιδιώτες επενδυτές (υπολογιζόμενοι σε 1.200.000), Έλληνες και ξένοι θεσμικοί επενδυτές, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία, και νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου. Ένα ποσοστό 10% έως 15% περίπου αποδόθηκε σε φόρους στο ελληνικό Δημόσιο, ενώ, τέλος ένα ποσοστό 35% έως 45%, σύμφωνα με την πάγια πρακτική των τραπεζών, αναμένεται να επανεπενδυθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό στο πλαίσιο της διαρκώς αυξανόμενης οργανικής ανάπτυξης των ελληνικών τραπεζών.
Όσον αφορά στη σύνθεση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και στις συνθήκες ανταγωνισμού σε αυτό, η μελέτη καταλήγει στα εξής: Μεταξύ των 64 τραπεζών που σήμερα δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα αναπτύσσεται εντονότατος ανταγωνισμός για τη διατήρηση της υφιστάμενης και τη διεκδίκηση νέας πελατείας με κυρίαρχο στοιχείο την τιμολόγηση των υπηρεσιών. Ο βαθμός συγκέντρωσης σύμφωνα και με τους δύο διεθνώς αποδεκτούς τρόπους μέτρησής του για τις ελληνικές τράπεζες είναι χαμηλός έως μέτριος και κυμαίνεται γύρω στο 66%. Υψηλότερος μεν του αντίστοιχου δείκτη συγκέντρωσης των διεθνών χρηματοπιστωτικών κέντρων, όπως του Ηνωμένου Βασιλείου και του Λουξεμβούργου, πολύ πιο βελτιωμένος όμως από την Ολλανδία, το Βέλγιο, την Φινλανδία, την Πορτογαλία και άλλες χώρες, στις περισσότερες εκ των οποίων ο βαθμός συγκέντρωσης υπερβαίνει το 80 – 85%.
Αναφορικά με την διεθνή δραστηριότητα των ελληνικών τραπεζών, η μελέτη εκτιμά ότι η παρουσία των ελληνικών τραπεζών εκτός Ελλάδος σε όρους καταστημάτων και προσωπικού (3.000 καταστήματα και 42.000 άμεσα απασχολούμενοι) σε Αίγυπτο, Αλβανία, Βουλγαρία, Κύπρο, Ουκρανία, ΠΓΔΜ, Πολωνία, Ρουμανία, Σερβία και Τουρκία είναι πλέον σχεδόν ισοδύναμη με την παρουσία τους στην Ελλάδα.