«Σφίγγα» ο πρόεδρος της ΕΚΤ για την πορεία των επιτοκίων
Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, δεν άφησε περιθώρια ασφαλών προβλέψεων σχετικά με την πορεία των επιτοκίων τους επόμενους μήνες, μιλώντας στο Βουκουρέστι, στην πρώτη ομιλία του μετά την κρίση στις πιστωτικές αγορές.
Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, δεν άφησε περιθώρια ασφαλών προβλέψεων σχετικά με την πορεία των επιτοκίων τους επόμενους μήνες, μιλώντας στο Βουκουρέστι, στην πρώτη ομιλία του μετά την κρίση στην αμερικανική αγορά ενυπόθηκου χρέους μειωμένης εξασφάλισης.
Ο κ. Τρισέ τόνισε ότι δεν πρόκειται να δεσμευθεί σε καμία απολύτως κίνηση των επιτοκίων πριν τη συνάντηση της 6ης Σεπτεμβρίου. «Τότε θα αξιολογήσουμε όλα τα στοιχεία για την οικονομία και τους κινδύνους και εν συνεχεία θα προχωρήσουμε εκείνη τη στιγμή στις απαραίτητες κινήσεις» δήλωσε.
Ωστόσο, απέφυγε κάποια άμεση αναφορά στην αύξηση των επιτοκίων το Σεπτέμβριο, ενώ δεν επανέλαβε τη φράση «ύψιστος βαθμός επαγρύπνησης» για να περιγράψει το σημερινό τρόπο σκέψης της ΕΚΤ.
Όπως ανέφερε, το ΔΣ της ΕΚΤ δεν συζήτησε για τη νομισματική πολιτική μετά τις 2 Αυγούστου, όταν με τις δηλώσεις του σηματοδότησε πιθανή αύξηση των επιτοκίων το Σεπτέμβριο, επαναλαμβάνοντας τη στάση της τράπεζας απέναντι στον πληθωρισμό και χρησιμοποιώντας τη φράση «ύψιστος βαθμός επαγρύπνησης».
Επίσης, χαρακτήρισε «ευνοϊκές» τις οικονομικές εξελίξεις, ενώ αρνήθηκε να σχολιάσει τον αντίκτυπο της κρίσης στην οικονομία της ευρωζώνης.
Οι δηλώσεις Τρισέ αύξησαν τις προσδοκίες της αγοράς ότι οι κεντρικές τράπεζες ίσως διοχετεύσουν επιπλέον ρευστότητα στις αγορές προκειμένου να αντιμετωπίσουν την πιστωτική κρίση.
Πάντως, ο ρυθμός αύξησης του δείκτη παροχής χρήματος στην ευρωζώνη σημείωσε άνοδο σε επίπεδα-ρεκόρ τον Ιούλιο, διατηρώντας ισχυρές τις ανησυχίες της EKT για τον πληθωρισμό.
Ο δείκτης σημείωσε άνοδο σε 11,7% από 10,9% τον Ιούνιο, ξεπερνώντας τις προβλέψεις αναλυτών και καταγράφοντας το μεγαλύτερο ποσοστό από την έναρξη της καταγραφής του το 1981.
Η ΕΚΤ βλέπει τον υψηλό ρυθμό αύξησης του δείκτη παροχής χρήματος ως ένδειξη για την μελλοντική πορεία του πληθωρισμού.