Πυροσβεστική παρέμβαση του ΥΠΕΞ στην ένταση των σχέσεων Αρχιεπισκοπής-Πατριαρχείου
Διάλογο και νηφαλιότητα συνέστησε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Παπανδρέου κατά τη συνάντησή του με τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, την Τρίτη, κατά την οποία συζητήθηκε το θέμα που έχει προκύψει με την επιστολή Βαρθολομαίου για τη μητρόπολη Θεσσαλονίκης.
Δυο ώρες κράτησε η συνάντηση που είχαν την Τρίτη ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Παπανδρέου με τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο στο γραφείο του τελευταίου στην Αρχιεπισκοπή.
Η συζήτηση περιεστράφη γύρω από την κρίση που έχει ξεσπάσει μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος με αφορμή επιστολή που έστειλε τη Δευτέρα ο κ. Βαρθολομαίος στον κ. Χριστοδουλο.
Με την επιστολή του ο Οικουμενικός Πατριάρχης ζητεί να ενεργοποιηθούν οι όροι της Πράξεως του 1928, όσον αφορά τις μητροπόλεις Μακεδονίας, Θράκης, Ανατολικού Αιγαίου και Ηπείρου και συγκεκριμένα την πλήρωση της μητρόπολης Θεσσαλονίκης.
Ο κ. Βαρθολομαίος ζητεί με την επιστολή να του αποσταλεί ο κατάλογος των υποψηφίων για την πλήρωση της μητρόπολης, γεγονός που σύμφωνα με πληροφορίες αρνείται η Εκκλησία της Ελλάδος.
Όταν τελείωσε η συνάντηση, ο κ. Παπανδρέου δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι συζήτησαν με τον αρχιεπίσκοπο όλα τα θέματα και συγκεκριμένα τις πρωτοβουλίες που έχει αναπτύξει η Αρχιεπισκοπή σε συνεργασία με τα υπουργείο Εξωτερικών στην περιοχή των Βαλκανίων μέσω της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Αλληλεγγύη».
Ο κ. Παπανδρέου ανέφερε ότι συζητήθηκε και το θέμα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τονίζοντας πως η κυβέρνηση σέβεται το αυτοδιοίκητο και την αυτοτέλεια των δυο θεσμών. Συνέστησε δε διάλογο, ηρεμία και νηφαλιότητα μέσω των οποίων θα λυθούν όλα τα προβλήματα.
Σε ερώτηση εάν το ΥΠΕΞ προτίθεται να αναλάβει κάποιο διαμεολαβητικό ρόλο, ο κ. Παπανδρέου είπε: «Πιστεύουμε ότι οι δύο πλευρές μπορούν οπωσδήποτε να βρουν τις λύσεις με διάλογο και με την ηρεμία τους. Εμείς είμαστε πάντα πρόθυμοι να βοηθήσουμε, αλλά οπωσδήποτε πάντα στα πλαίσια του ότι υπάρχει το αυτοδιοίκητο και η αυτονομία των δύο αυτών θεσμών, τους οποίους σεβόμαστε.»
Τέλος, συζητήθηκε και η λειτουργία μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα. Ο υπουργός Εξωτερικών σημείωσε σχετικά ότι το θέμα αυτό πρόκειται οπωσδήποτε να πρωθηθεί. «θα προχωρήσει σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές και τις επιταγές των νόμων της ελληνικής πολιτείας», τόνισε.
Νωρίτερα, δήλωση για το θέμα της πλήρωσης της μητρόπολης Θεσσαλονίκης είχε κάνει ο υπουργός Μακεδονίας-Θράκης Χάρης Καστανίδης, σημειώνοντας πως «η εκκλησία, στο σύνολό της, ποιμαίνει σωστά όταν ποιμαίνει εν γαλήνη. Αρα, για την επιλογή του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, η έκφραση της βαθιάς μου ελπίδας είναι ότι θα υπάρξει συνεννόηση μεταξύ της Αρχιεπισκοπής, της Ιεράς Συνόδου και του Πατριαρχείου».
Ευθύνες στην Αθήνα επιρρίπτει το Φανάρι
Από το Φανάρι πάντως υποστηρίζεται ότι το όλο ζήτημα δημιουργήθηκε από την Αθήνα και τονίζουν ότι η επιστολή του κ. Βαρθολομαίου προς τον κ. Χριστόδουλο προκλήθηκε από τα όσα έγραψαν και είπαν ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος που διατηρούν φιλικούς δεσμούς με τον Αρχιεπίσκοπο.
Την περασμένη εβδομάδα ο μητροπολίτης Αιγιαλείας επιτέθηκε με ανοίκειους χαρακτηρισμούς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, υποστηρίζοντας ότι αντιδρά σε επιστολή από το Φανάρι, ενώ τέτοια επιστολή δεν υπήρχε. Οι εφημερίδες που φιλοξενούσαν τις επιθέσεις εναντίον του Πατριαρχείου δημοσίευσαν επιστολή, που λέγεται ότι είχε σταλεί παλαιότερα από τον τότε αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ τέτοια επιστολή δεν έφθασε ποτέ στο Φανάρι.
«Αν είχε φθάσει, ασφαλώς και θα υπήρχε η προσήκουσα απάντησις» λένε στο Φανάρι και θεωρούν ότι η φιλολογία που προκάλεσε η Αθήνα στο θέμα της εκλογής του νέου μητροπολίτη Θεσσαλονίκης αναγκάζει το Πατριαρχείο να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Χαρακτηριστικό των διαθέσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι ότι σε πρόσφατες εκλογές μητροπολιτών των λεγομένων νέων χωρών, όπως η εκλογή του μητροπολίτη Βέροιας, το Πατριαρχείο παρέβλεψε τις σαφείς παρατυπίες που έγιναν από την Αθήνα, ακριβώς για να μην αναμοχλεύει το θέμα.
«Η ανοχή ερμηνεύθηκε δυστυχώς καταχρηστικά στην Αθήνα» λένε συνοδικοί μητροπολίτες, που θεωρούν ότι η επιθυμία για την τήρηση των όρων του τόμου του 1928 για το καθεστώς των μητροπόλεων των νέων χωρών, είναι κίνηση επιβεβλημένη για την προστασία των ιστορικών και ουσιαστικών δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Διευκρινίσεις για την επιστολή Δημητρίου προς Σεραφείμ
Η επιστολή του Πατριάρχη Δημητρίου προς τον τότε αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σεραφείμ, την οποία επικαλέστηκε τη Δευτέρα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στην επιστολή του προς τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, αφορά στο καθεστώς των μητροπόλεων των λεγόμενων νέων χωρών στον υπό σύνταξη νέο καταστατικό χάρτη που επεξεργαζόταν η Εκκλησία της Ελλάδος τον Μάρτιο του 1974.
Στην επιστολή του ο Πατριάρχης Δημήτριος επιβεβαίωνε ότι η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου συμφωνεί γενικώς με το σχέδιο του καταστατικού χάρτου που της κοινοποιήθηκε από την Εκκλησία τη Ελλάδος και διατυπώνει επιμέρους παρατηρήσεις για λόγους «μείζονος σαφήνειας».
Οι επιμέρους παρατηρήσεις αφορούν κυρίως την «κατ οικονομία», όπως λέει η επιστολή, αποδοχή του αιτήματος της Εκκλησίας της Ελλάδος για την μετάθεση μητροπολιτών των νέων χωρών, «προηγούμενη γνώση του Οικουμενικού Πατριαρχείου».
Αφορούν επίσης στην έγκριση του αιτήματος για την δημιουργία τριών νέων μητροπόλεων, για το τι εξέδωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο για τις σχετικές αποφάσεις και τέλος αφορά στη σαφέστερη διατύπωση της εξαιρέσεως των μονών Βλαντάδων και Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας από το καθεστώς των νέων χωρών, τη σαφέστερη διατύπωση της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε εκκλησιαστικές σχολές που ενδεχομένως να δημιουργηθούν στις νέες χώρες και την αρτιότερη διατύπωση της διαδικασίας εκλογής μητροπολιτών στις νέες χώρες.
Τέλος, η επιστολή του Πατριάρχη Δημητρίου με ημερομηνία 6 Μαρτίου 1974 και αριθμό πρωτοκόλλου 126, ζητά «για λόγους εκκλησιαστικής τάξεως και άλλους υψηλότερης σκοπιμότητος» να αποφεύγεται η ονομασία των επαρχιών από την εκκλησία της Ελλάδος με ονόματα επαρχιών του Συνταγματικού του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την προσθήκη του τίτλου «νέα». «Είναι καλύτερα να αναζητηθούν τίτλοι αρχαίων επιτόπιων επισκοπών» έγραφε τότε ο Πατριάρχης Δημήτριος.