Η στενότητα στον προϋπολογισμό περιορίζει τις φοροελαφρύνσεις
Η δημοσιονομική στενότητα δεν επιτρέπει την ανακοίνωση του φιλόδοξου πακέτου φοροελαφρύνσεων, για το οποίο είχε καλλιεργήσει προσδοκίες -άμεσα ή έμμεσα- η κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να περιοριστεί, μεταξύ άλλων, και η αύξηση του αφορολογήτου ορίου.
Η δημοσιονομική στενότητα δεν επιτρέπει την ανακοίνωση του φιλόδοξου πακέτου φοροελαφρύνσεων, για το οποίο είχε καλλιεργήσει προσδοκίες -άμεσα ή έμμεσα- η κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να περιοριστεί, μεταξύ άλλων, και η αύξηση του αφορολογήτου ορίου.
Όπως αναφέρει η Ημερησία την Πέμπτη, για το 2003 δεν είναι δυνατή η διατήρηση και της δημοσιονομικής σταθερότητας, με παράλληλη χορήγηση όλων των φοροελαφρύνσεων και κυρίως της αύξησης του αφορολόγητου στα επίπεδα των 12.000 ευρώ. Βέβαια εκτός από το «κακό» νέο, υπάρχει και το καλό: Δεν φαίνεται να υιοθετείται η εναλλακτική πρόταση του πορίσματος της Επιτροπής Γεωργακόπουλου, δηλαδή η αύξηση των έμμεσων φόρων, για την κάλυψη των απωλειών από τις φοροελαφρύνσεις.
Με τα σημερινά δημοσιονομικά δεδομένα, εκτιμάται ότι δεν μπορούν να ανακοινωθούν μέτρα που θα συνεπάγονται δημοσιονομικές απώλειες πάνω από 600-700 εκατ. ευρώ. Χθες αργά το απόγευμα, το θέμα της φορολογικής μεταρρύθμισης, αλλά και του περιεχομένου της ομιλίας του πρωθυπουργού στα εγκαίνια της ΔΕΘ συζητήθηκε σε σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου υπό τον κ. Σημίτη, με τη συμμετοχή του υπουργού Οικονομίας Ν.Χριστοδουλάκη.
Το αφορολόγητο όριο δεν θα αυξηθεί στα 12.000 ευρώ, αλλά σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, πιθανόν στα 9.000-10.000 ευρώ. Από την άλλη πλευρά, δεν πρόκειται να «αγγιχτούν» οι φοροαπαλλαγές, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Αντίθετα στις απαλλαγές των τόκων κατοικίας και των νοσηλίων εξετάζεται το ενδεχόμενο να τεθεί πλαφόν εισοδήματος, μέτρο που θα ενισχύσει τα χαμηλά εισοδήματα.
Τέλος, το υπουργείο Οικονομίας, δεν φαίνεται να συζητά την πρόταση για αύξηση του ΦΠΑ κατά μία μονάδα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης των καυσίμων: Και στη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης, οι φόροι στην Ελλάδα είναι στα κατώτερα επιτρεπόμενα επίπεδα, ενώ όπως φαίνεται η ΕΕ προσανατολίζεται στην αύξηση των κατώτατων ορίων.