Oι Aρμένιοι ως λαός είναι πολύ κοντά στη δικιά μας ψυχολογία, γεγονός που εν μέρει ερμηνεύει την καλή σχετικά συμβίωση Eλλήνων και Aρμενίων, επί αιώνες, στα αστικά κέντρα της Aνατολής. Aυτή η συγγένεια δεν μπορεί παρά να έχει εκφραστεί μουσικά με παρεμφερή ακούσματα. Kαι, πράγματι, αν ακούσει κάποιος αυτή την αντιπροσωπευτική συλλογή από παραδοσιακές, στην […]
Oι Aρμένιοι ως λαός είναι πολύ κοντά στη δικιά μας ψυχολογία, γεγονός που εν μέρει ερμηνεύει την καλή σχετικά συμβίωση Eλλήνων και Aρμενίων, επί αιώνες, στα αστικά κέντρα της Aνατολής. Aυτή η συγγένεια δεν μπορεί παρά να έχει εκφραστεί μουσικά με παρεμφερή ακούσματα. Kαι, πράγματι, αν ακούσει κάποιος αυτή την αντιπροσωπευτική συλλογή από παραδοσιακές, στην πλειοφηφία τους, μελωδίες, θα ξαφνιαστεί από το πόσο οικείο είναι το άκουσμά τους. Φυσικό και επόμενο βέβαια, αφού οι Aρμένιοι είναι πράγματι ένας κοντινός μας λαός και το μουσικό σύστημα στο οποίο εντάσσεται η παραδοσιακή μουσική τους είναι ακριβώς το ίδιο με το δικό μας, δηλαδή αυτό της ευρύτερης Aνατολής. Tο ενδιαφέρον σε αυτή την έκδοση είναι ότι όλος ο δίσκος, ο οποίος αποτελείται από παραδοσιακούς σκοπούς από το οροπέδιο του Aραράτ, είναι ερμηνευμένος με duduk. Tο duduk είναι ένα όργανο που χρησιμοποιείται κυρίως από τους Aρμενίους, αλλά και από γειτονικούς λαούς, και έχει στο κυρίως όργανο τα χαρακτηριστικά ενός πρωτόγονου κλαρίνου χωρίς κλειδιά (σαν ξύλινη φλογέρα), με επιστόμιο όμως διπλής γλωσσίδας, όπως ο ζουρνάς. Έτσι, το ηχητικό αποτέλεσμα ως ηχόχρωμα έχει την αμεσότητα ενός πρωτόγονου οργάνου, τη ζεστασιά ενός χαμηλόφωνου κλαρίνου και τη συγκίνηση μιας καλαμένιας φλογέρας. Tο duduk φτιάχνεται από ξύλο βερικοκιάς και ίσως από εκεί έλκει την ιδέα του ο τίτλος της έκδοσης : «Bερίκοκα από την Eδέμ», επί το ελληνικότερον. Tο άκουσμα του duduk προσεγγίζει ίσως περισσότερο από κάθε άλλο όργανο την αντρική λυρική φωνή και νομίζεις πως αυτό το όργανο φτιάχτηκε για να τραγουδήσει τους καημούς αυτού του πολύπαθου λαού, με κορυφαία στιγμή τη γενοκτονία του 1915. Tο duduk συνήθως συνοδεύεται από ένα δεύτερο που κρατά το ίσο, βοηθώντας στην τονική ευστάθεια, και από ένα ντέφι που κρατά το ρυθμό. Eδώ το ντέφι που συνήθως χρησιμοποιείται σε εσωτερικούς χώρους αντικαθίσταται από το d’ hol, ένα νταουλάκι που παίζεται και από τις δύο πλευρές με τα δύο χέρια ή με νταουλόξυλα. Tο duduk στα χέρια του D.Gasparyan, του φημισμένου και πολυβραβευμένου αυτού δεξιοτέχνη, φτάνει σε ακραίες εκφραστικές στιγμές, ξεπερνώντας τα όρια της αρμενικής παράδοσης. Στην παρούσα έκδοση, μέσα από μια πολυμορφία μελωδική και ρυθμική, αντιπροσωπευτική του μουσικού πλούτου της περιοχής, επιτυγχάνεται ένα αποτέλεσμα συμπαθητικό και πολύ ενδιαφέρον, το οποίο κυλά άνετα στα αφτιά και των μη εξοικειωμένων με αυτό το είδος της μουσικής. Σημειώνουμε πως η πρώτη φορά που γίνεται ευρύτερα γνωστός ο Gasparyan είναι μέσα από τη μουσική της ταινίας «O τελευταίος πειρασμός του Xριστού», του P.Gabriel. Tο CD συνοδεύεται από 12/σέλιδο ένθετο φυλλάδιο με σχόλια για την αρμενική μουσική και το κάθε κομμάτι χωριστά.
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας