Ο Ρίτσαρντ Νίξον δεν ήταν ένας τυχαίος πολιτικός. Καταρχάς ήταν ο άνθρωπος που κατάφερε να κερδίσει δύο διαδοχικές προεδρικές εκλογές, το 1968 και το 1972, παρότι φαινομενικά η φιλοδοξία του θα έπρεπε να είχε τελειώσει, εάν αναλογιστούμε ότι είχε υποστεί μεγάλη ήττα απέναντι στον Τζον Κένεντι το 1960. Μάλιστα είχε καταφέρει να κερδίσει δύο εκλογές σε μια εποχή που η τηλεόραση ήταν κυρίαρχη, παρότι ήταν αυτός που συνήθως στη βιβλιογραφία αναφέρεται ως ο πρώτος που έχασε εκλογές εξαιτίας κακής τηλεοπτικής παρουσίας (στο περίφημο debate με τον Κένεντι). Όμως, η πιο μεγάλη επιτυχία του ήταν ότι κατάφερε να κερδίσει προς τα δεξιά εκλογές σε μια εποχή που η Αμερική φαινόταν να πηγαίνει αρκετά προς τα αριστερά.
Όμως, ο Νίξον παρά την πολιτική του ικανότητα και οξυδέρκεια, είχε και μια ιδιαίτερα κυνική και εργαλειακή αντίληψη για την πολιτική. Και κυρίως είχε μια σχεδόν παρανοειδή αντίληψη «ελέγχου» του κράτους. Και αυτό ήταν που τον οδήγησε στο να ενεργοποιήσει έναν παράνομο μηχανισμό που προσπαθούσε να εντοπίσει από πού γίνονταν διαρροές – ήταν οι εποχές των μεγάλων αποκαλύψεων όπως π.χ. των Pentagon Papers – και να βρει «επιβαρυντικά στοιχεία» για τους αντιπάλους του.
Αυτός ήταν και ο λόγος που ενεργοποιήθηκε αυτός ο παράνομος μηχανισμός και στην περίπτωση της διάρρηξης στα γραφεία της Εθνικής Επιτροπής του Δημοκρατικού Κόμματος, στο συγκρότημα Γουότεργκεϊτ, στην αμερικανική πρωτεύουσα.
Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ότι παρότι η εμπλοκή ενός μηχανισμού κοντά στον Νίξον αποκαλύφθηκε τελικά και μάλιστα πριν από τις εκλογές του 1972, το πολιτικό κόστος δεν ήταν τόσο μεγάλο και ο Νίξον κέρδισε τις εκλογές.
Το σκάνδαλο άρχισε να παίρνει διαστάσεις όταν συνεχίστηκε η διερεύνηση και τότε ο Νίξον έκανε ό,τι μπορούσε για να την παρεμποδίσει. Μάλιστα, η αλυσίδα των γεγονότων που οδηγούν στην παραπομπή του (impeachment) και τελικά στην παραίτησή του, είχαν να κάνουν όχι τόσο με τη διάρρηξη – ή την απόπειρα υποκλοπής συνομιλιών μέσω της εγκατάστασης «κοριών» που ήταν ο σκοπός της – όσο με την προσπάθεια του Λευκού Οίκου να συγκαλύψει την υπόθεση. Ο Νίξον, δηλαδή, κυρίως κατηγορήθηκε ότι προσπάθησε να παρακωλύσει την έρευνα και να συγκαλύψει τις πραγματικές ευθύνες. Αυτό θεωρήθηκε το μεγαλύτερο ατόπημά του.
Η ιστορία αυτή παραμένει ιδιαίτερα διδακτική, εάν έρθουμε και στα καθ’ ημάς. Γιατί και στη χώρα μας είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με δύο στιγμές θεσμικής παραβατικότητας από τη μεριά της κυβέρνησης. Η μία ήταν προφανώς ότι μέσα από το «επιτελικό κράτος» αξιοποιήθηκε αρχικά η ΕΥΠ και μετά το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό Predator – για το οποίο έχουμε νέα δήλωση του Ταλ Ντίλιαν ότι το προμηθεύτηκε το ελληνικό κράτος και το αξιοποίησε και όχι κάποιοι «ιδιώτες» – για να παρακολουθηθούν «φίλοι» και αντίπαλοι και να αξιοποιηθεί η πληροφορία που θα συγκεντρωνόταν, είτε για να επανέρχονται στην τάξη οι «φίλοι» είτε για να πληγούν αντίπαλοι. Η άλλη, ήταν ότι από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε η υπόθεση, η κυβέρνηση έχει κινηθεί με τον πιο συντονισμένο τρόπο για να συγκαλυφθούν οι ευθύνες της, αξιοποιώντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία (με αποκορύφωμα το γεγονός ότι αρνήθηκε εξεταστική επιτροπή για ένα θέμα που η ίδια είχε δεχτεί προηγουμένως) και το γεγονός ότι η κυβέρνηση διορίζει την ηγεσία της δικαιοσύνης, άρα και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Προσθέστε σε όλα και την με κυβερνητική εντολή προφανώς άρνηση της ΕΥΠ να συνδράμει ουσιωδώς τις ανεξάρτητες αρχές και έχετε μια πλήρη εικόνα της άρνησης, ακόμη και τώρα, της κυβέρνησης να συμβάλει στη διερεύνηση του ελληνικού Γουότεργκεϊτ.
Μόνο που η αλήθεια έχει την εκνευριστική ικανότητα να έρχεται στο προσκήνιο. Είναι λίγο σαν το μύθο για τον Μίδα και τα γαϊδουρινά αυτιά του. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο ο Απόλλωνας για να εκδικηθεί τον Μίδα που δεν είχε πάρει το μέρος του σε μια μουσική διαμάχη, του είχε δώσει αυτιά γαϊδάρου. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στον Μίδα που προσπαθούσε διαρκώς να κρύψει αυτά τα αυτιά. Ο μόνος που γνώριζε το μυστικό ήταν ο κουρέας του. Τον όρκισε λοιπόν με ποινή θανάτου να μην το φανερώσει σε κανένα. Εκείνος, όμως, δεν άντεξε. Πήγε έτσι σ’ ένα χωράφι, έσκαψε ένα λάκκο και ψιθύρισε την ιστορία. Μετά σκέπασε το λάκκο με χώμα, κι έφυγε. Στο χώμα όμως φύτρωσαν καλάμια, τα οποία όταν φυσούσε αέρας έκαναν ήχους και έλεγαν το μυστικό, ότι δηλαδή ο βασιλιάς Μίδας είχε γαϊδουρινά αυτιά.
Άρα, λοιπόν, το θέμα πια και στη χώρα μας δεν είναι απλώς να αποδοθεί ευθύνη στο Μέγαρο Μαξίμου για την προσπάθεια που έκανε να υποκλέψει συνομιλίες και επικοινωνίες υπουργών, δικαστικών, ανώτατων αξιωματικών, πολιτικών και δημοσιογράφων. Σε τελική ανάλυση, κανείς πια δεν έχει αμφιβολία ότι αυτό έγινε. Όχι μόνο τα… καλάμια, αλλά και δημοσιογραφικές έρευνες, στοιχεία, καθώς και όσα ακούστηκαν στη δίκη των «ιδιωτών» το έχουν αποδείξει με σαφήνεια.
Αυτό που πια ξεδιπλώνεται μπροστά μας είναι η προσπάθεια της κυβέρνησης να συγκαλύψει αυτό το γεγονός με κάθε δυνατό τρόπο, την ώρα που διαρκώς έρχονται νέα στοιχεία στο φως που καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική τη διερεύνησή του.
Και εδώ πρέπει να πούμε ότι η συγκάλυψη αποτελεί ίσως μεγαλύτερη θεσμική παραβατικότητα. Γιατί εάν στη μία περίπτωση έχουμε κατάχρηση εξουσίας, στη δεύτερη περίπτωση έχουμε τη χειραγώγηση του κράτους και της Δικαιοσύνης στην προσπάθεια να συγκαλυφθεί η κατάχρηση εξουσίας, κάτι που αποτελεί ακόμη βαθύτερο θεσμικό τραύμα γιατί στην πραγματικότητα σημαίνει την ακύρωση της δυνατότητας των θεσμών να λειτουργούν ως εγγυητές των αρχών του κράτους δικαίου και ως πεδία που μπορούν να ανακόψουν τη θεσμική παραβατικότητα της κυβέρνησης.
Με αυτό εννοώ ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια κυβέρνηση που δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων και του σεβασμού στο Σύνταγμα και στους νόμους που περιλαμβάνει ο όρκος που έδωσε. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε την υπονόμευση της ικανότητας των θεσμών να επαναφέρουν στην τάξη ακόμη και μια κυβέρνηση που διάλεξε τον δρόμο της παραβατικότητας και να αποκαταστήσουν τη «θεσμική κανονικότητα».
Ακριβώς, για αυτό τον λόγο και δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι τελικά η κυβέρνηση θα καταφέρει να πετύχει τον σκοπό της, δηλαδή να αποφύγει την αναμέτρηση με τις ευθύνες της. Γιατί κάποια στιγμή δοκιμάζονται τα όρια της θεσμικής αντοχής της χώρας και τότε εκ των πραγμάτων θα πάμε σε διερεύνηση. Και η κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη διπλή ευθύνη της: και σε σχέση με τις υποκλοπές καθαυτές και σε σχέση με την επιχείρηση συγκάλυψης.
Και τότε η άνοδος και η πτώση του Ρίτσαρντ Νίξον θα αποδειχτεί μια πολύ διδακτική ιστορία, στην οποία κάποιοι δεν έδωσαν έγκαιρα προσοχή.