Τέλος τα στημένα brunch: Γιατί η νεολαία επιστρέφει μαζικά στα παλιά καφενεία;
Ξέχνα τα αβοκάντο τοστ, τις neon επιγραφές και τις ατελείωτες ουρές αναμονής. Η νέα, απόλυτη τάση εξόδου στην πόλη έχει άρωμα ελληνικού καφέ, παλιό μωσαϊκό και δεν απαιτεί να αδειάσεις το πορτοφόλι σου.
Αν νομίζατε ότι το απόλυτο στέκι για το Σαββατοκύριακο είναι ένα μαγαζί με ροζ λουλούδια στους τοίχους και πιάτα που κοστίζουν δεκαπέντε ευρώ, μάλλον πρέπει να κάνετε μια βόλτα στις γειτονιές της Αθήνας.
Οι εικοσάρηδες και οι τριαντάρηδες κάνουν μια εντυπωσιακή στροφή.
Γυρίζουν την πλάτη στη διαδικτυακή βιτρίνα των κοινωνικών δικτύων, κουράζονται από τους υπερτιμημένους καταλόγους και ανακαλύπτουν ξανά την απόλυτη αστική χαλαρότητα: το παραδοσιακό καφενείο.
Η εκδίκηση του ελληνικού καφέ
Η εξήγηση για αυτή τη μαζική επιστροφή στις ρίζες είναι πολυδιάστατη και ξεκινά, φυσικά, από την τσέπη μας. Σε μια εποχή παρατεταμένης ακρίβειας, όπου ένας απλός κρύος καφές στα μοντέρνα μαγαζιά κοντεύει να γίνει είδος πολυτελείας και ένα πλούσιο κυριακάτικο γεύμα απαιτεί να ξοδέψεις μισό μεροκάματο, το καφενείο προσφέρει την πιο τίμια διέξοδο.
Στα παραδοσιακά στέκια στο Παγκράτι, τα Εξάρχεια, τον Κεραμεικό και την Κυψέλη, οι σκληροί κανόνες της αγοράς μοιάζουν να έχουν παγώσει.
Ο κλασικός ελληνικός καφές στη χόβολη παραμένει προσιτός, ένα υποβρύχιο βανίλια προσφέρει την απαραίτητη δόση ζάχαρης και νοσταλγίας, ενώ μια απλή ποικιλία για να συνοδεύσεις το τσίπουρο με την παρέα σου βγαίνει σε τιμές απόλυτα λογικές. Και όλα αυτά, χωρίς επιπλέον χρεώσεις για την πολυτελή διακόσμηση του πιάτου ή τον εντυπωσιακό κρυφό φωτισμό.
Το τέλος της βιτρίνας και η νίκη της αυθεντικότητας
Πέρα όμως από το καθαρά οικονομικό κομμάτι, υπάρχει και μια τεράστια ψυχολογική ανάγκη. Η νεολαία μπούχτισε από τα μαγαζιά-παγίδες, τα οποία φτιάχτηκαν αποκλειστικά και μόνο για να βγάζει ο πελάτης στημένες φωτογραφίες, θυσιάζοντας την ουσία της φιλοξενίας.
Το παλιό μωσαϊκό της δεκαετίας του εβδομήντα, οι κλασικές ψάθινες καρέκλες, τα μεταλλικά τραπεζάκια και οι τοίχοι που δεν έχουν υποστεί καμία επεξεργασία για να φαίνονται τέλειοι, έγιναν το νέο αντισυμβατικό σκηνικό. Είναι η ξεκάθαρη νίκη της αυθεντικότητας απέναντι στην ψεύτικη τελειότητα.
Οι νέοι αναζητούν μέρη που δεν προσπαθούν μανιωδώς να τους εντυπωσιάσουν, αλλά αντίθετα τους επιτρέπουν να είναι ο εαυτός τους. Ακόμα και αν αποφασίσουν να βγουν με τις φόρμες τους, χωρίς να νιώθουν τα βλέμματα των υπολοίπων να τους κρίνουν.
Το δικαίωμα στη χαλαρότητα
Το κυριότερο όλων, ωστόσο, είναι ο ρυθμός. Στα σύγχρονα, πολυσύχναστα καφεστιατόρια, η πίεση είναι σιωπηλή αλλά απολύτως αισθητή: μόλις καταπιείς την τελευταία μπουκιά, ξέρεις καλά ότι πρέπει να αδειάσεις το τραπέζι για τους επόμενους πελάτες που περιμένουν όρθιοι στην ουρά. Στο καφενείο της γειτονιάς, αυτός ο αυστηρός κανόνας απλώς δεν υπάρχει.
Η τέχνη της βραδυπορίας είναι ο μοναδικός νόμος που ισχύει. Μπορείς να καθίσεις με τις ώρες, να ρίξεις μια ζαριά στο τάβλι, να διαβάσεις την εφημερίδα ή το βιβλίο σου, ή απλώς να χαζέψεις την κίνηση στον δρόμο, χωρίς να έρθει ποτέ ο σερβιτόρος να σε κοιτάξει με νόημα για να ζητήσεις τον λογαριασμό.
Σήμερα, η πιο ελκυστική και ζωντανή έξοδος της πόλης φέρνει κοντά εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Ενώνει τον ηλικιωμένο κύριο που πίνει τον πρωινό του καφέ σιωπηλά, με τον φοιτητή που κλείνει τα βιβλία του για να τσουγκρίσει το ποτήρι με τη ρακή.
Το καφενείο δεν έχει φίλτρα, ούτε δυνατή μουσική. Έχει όμως κάτι πολύ πιο σπάνιο: αληθινή ψυχή και πολύ μεράκι. Και αυτό, τελικά, καμία πολυτέλεια δεν μπορεί να το αγοράσει.
Ο «Αυτόχειρας» του Νικολάι Έρντμαν σε σκηνοθεσία του Θανάση Θεολόγη κάνει πρεμιέρα στις 17 Απριλίου. Παραστάσεις κάθε Σάββατο και Κυριακή στο θέατρο Αλκμήνη.