Στις 9 Απριλίου 1855 γεννήθηκε στην Ύδρα ο Παύλος Κουντουριώτης, ναύαρχος του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού και δις Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Γιος του προξένου και βουλευτή Θεόδωρου Κουντουριώτη, γόνου της γνωστής υδραίικης ναυτικής οικογένειας, και της Λουκίας Νεγρεπόντη, που είλκε την καταγωγή της από τη Χίο, ο Παύλος Κουντουριώτης ακολούθησε τη ναυτική παράδοση της οικογενείας του, καταταγείς το 1874 στο Βασιλικό Ναυτικό.
Έλαβε μέρος ως κυβερνήτης κανονιοφόρου με το βαθμό του ανθυποπλοιάρχου στο βομβαρδισμό του φρουρίου της Πρέβεζας το 1886.
Ο Κουντουριώτης ήταν εκείνος που αποβίβασε, ως κυβερνήτης του ατμομυοδρόμωνος «Αλφειός» με το βαθμό του πλωτάρχη, το εκστρατευτικό σώμα του συνταγματάρχη Τιμολέοντος Βάσσου στο Κολυμπάρι Χανίων το Φεβρουάριο του 1897.
Επίσης, τον Απρίλιο του ίδιου έτους διενήργησε, μαζί με τα τορπιλοβόλα 14 και 16 και με τη συμμετοχή αποβατικού αγήματος, επιτυχή καταδρομική επιχείρηση στη Σκάλα Λεπτοκαρυάς, στην ακτογραμμή της τουρκοκρατούμενης Πιερίας.
Αργότερα, το 1900, ως κυβερνήτης του εκπαιδευτικού ευδρόμου «Ναύαρχος Μιαούλης», ο αντιπλοίαρχος Κουντουριώτης πραγματοποίησε το διάπλου του Ατλαντικού ωκεανού, το πρώτο υπερπόντιο ταξίδι ελληνικού πολεμικού σκάφους στην Αμερική.
Το 1908 ο Κουντουριώτης κατέστη υπασπιστής του βασιλιά Γεωργίου Α’ και την επόμενη χρονιά προήχθη σε πλοίαρχο.
Τον Ιούνιο του 1911 ανέλαβε τη θέση του κυβερνήτη στο «Γ. Αβέρωφ» με το βαθμό του πλοιάρχου, ενώ με την έκρηξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου προήχθη στο βαθμό του υποναυάρχου.
Ως αρχηγός του Στόλου του Αιγαίου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ο Κουντουριώτης κατόρθωσε να ελευθερώσει όλα τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου και να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο του Αρχιπελάγους.
Με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων ο Κουντουριώτης προήχθη στο βαθμό του αντιναυάρχου χάρη στις εξαιρετικές υπηρεσίες που είχε προσφέρει κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Από το Σεπτέμβριο του 1915 έως τον Ιούνιο του 1916 ο Κουντουριώτης διετέλεσε υπουργός επί των Ναυτικών στις κυβερνήσεις Αλέξανδρου Ζαΐμη και Στέφανου Σκουλούδη.
Το Σεπτέμβριο του 1916, διαφωνώντας με την πολιτική της ουδετερότητας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Κουντουριώτης μετέβη στη Θεσσαλονίκη και προσχώρησε στο Κίνημα Εθνικής Αμύνης, αποτελώντας μάλιστα μέλος της αποκληθείσης Τριανδρίας, μαζί με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή.
Τον Ιούνιο του 1917, μετά την έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’, ο Κουντουριώτης ανέλαβε εκ νέου καθήκοντα υπουργού επί των Ναυτικών και κατέβαλε άοκνες προσπάθειες για την ανασυγκρότηση του Ελληνικού Στόλου.
Στα τέλη του 1919 παραιτήθηκε από το υπουργείο Ναυτικών και αποστρατεύτηκε με τον τιμητικό βαθμό του ναυάρχου.
Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του βασιλιά Αλέξανδρου, στις 12 Οκτωβρίου 1920, ο Κουντουριώτης κλήθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων να αναλάβει τα καθήκοντα του αντιβασιλέως μέχρι τις προκηρυχθείσες από τον Βενιζέλο εκλογές του Νοεμβρίου του 1920.
Μετά το τραγικό για τον ελληνισμό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας και την έξωση του βασιλιά Γεωργίου Β’ από τη χώρα, το Δεκέμβριο του 1923, ο Κουντουριώτης κλήθηκε εκ νέου να αναλάβει καθήκοντα αντιβασιλέως, όπερ και εγένετο έως το Μάρτιο του 1924, όταν ανακηρύχθηκε η δημοκρατία στην Ελλάδα.
Ακολούθως ο Κουντουριώτης, πρόσωπο αναμφισβήτητου κύρους και ευρείας αποδοχής, ανέλαβε καθήκοντα πρώτου Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Το Μάρτιο του 1926, μετά την κατάλυση του κοινοβουλίου και την εγκαθίδρυση δικτατορικού καθεστώτος από το στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο, ο Κουντουριώτης παραιτήθηκε από το αξίωμά του και μετέβη απογοητευμένος στην Ύδρα.
Μετά την ανατροπή του Πάγκαλου από τον Γεώργιο Κονδύλη, τον Αύγουστο του 1926, ο Κουντουριώτης ανέλαβε καθήκοντα προσωρινού Προέδρου της Δημοκρατίας.
Τον Ιούνιο του 1929 εξελέγη εκ νέου Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατόπιν κοινής συνεδριάσεως της Βουλής και της Γερουσίας. Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου υπέβαλε για λόγους υγείας την παραίτησή του από το ύπατο αξίωμα της χώρας.
Ο Κουντουριώτης είχε νυμφευθεί δύο φορές, κατά πρώτον (1889) με την Αγγελική Πετροκόκκινου και στη συνέχεια (1918) με την Ελένη Κούππα.
Με την πρώτη σύζυγό του απέκτησε τρία παιδιά, δύο κορίτσια και ένα αγόρι (ο γιος του, Θεόδωρος, διετέλεσε μάλιστα κυβερνήτης του «Γ. Αβέρωφ» κατά την επάνοδο του Στόλου στην Ελλάδα μετά την Κατοχή).
Ο Παύλος Κουντουριώτης απεβίωσε στο Παλαιό Φάληρο στις 22 Αυγούστου 1935, ενταφιάστηκε δε με υποδειγματική σεμνότητα και απλότητα στην Ύδρα, όπως ο ίδιος είχε απαιτήσει.
Στο φύλλο του «Ελευθέρου Βήματος» που είχε κυκλοφορήσει την επομένη του θανάτου του ναυάρχου, την Παρασκευή 23 Αυγούστου 1935, ο Σπύρος Μελάς είχε σπεύσει να τιμήσει τη μνήμη του, μέσω της στήλης που διατηρούσε στην εφημερίδα.
Υπογράφοντας με το φιλολογικό του ψευδώνυμο («Φορτούνιο»), ο Μελάς είχε δημοσιεύσει μικρές ανέκδοτες ιστορίες με πρωταγωνιστή τον εκλιπόντα, ενδεικτικές του ήθους και της ιδιοσυγκρασίας του.
Ιδού «Τ’ ανέκδοτα του ναυάρχου» από το σημειωματάριο του «Φορτούνιο»:
Ο ναύαρχος δεν ήξερε πολλές κατηγορίες κινήτρων που προσδιώριζαν τα λόγια και τα έργα του, όπως και τις κρίσεις του για τους άλλους: Από τη μια μεριά ήτανε το καλό της πατρίδος· κι’ από την άλλη όλα τ’ άλλα πράγματα. Μια φορά, σε κάποια κυβερνητική κρίσι, τούστειλαν οι αρχηγοί των κομμάτων δακτυλογραφημένα υπομνήματα, για τον τρόπο πούπρεπε να ρυθμισθή. Είχα πάει, εκείνη την ημέρα, να τον επισκεφθώ. Μου τάδειξε, στενοχωρημένος:
— Ποιος θα τα διαβάση αυτά; Τι μου τα γράφουν εμένα έτσι;
Και φώναξε τον Μπούκα, τον παληό του φίλο, να τον στείλη στον αρχηγό της αντιπολιτεύσεως:
— Πήγαινε να του πης, βρε Μπούκα, τι μου τα γράφει εμένα νομικά; Να μου τα γράψη, πες του, για το καλό της πατρίδος, να καταλάβω!
«Για το καλό της πατρίδος» ήταν ό,τι του φαινόταν ειλικρινές· ό,τι του φαινότανε ψεύτικο το απέκρουε:
— Αυτό δεν είνε για το καλό της πατρίδος.
Μέσα στην πιο μεγάλη βράσι του εμφυλίου σπαραγμού διετήρησε πάντα τη νηφαλιότητά του και την καλωσύνη του. Αντίκρυ απ’ τον πύργο του, στην Ύδρα, κάθεται μια οικογένεια αντιθέτων φρονημάτων. Τα πευκάκια πούχε φυτέψη ο ίδιος προς το μέρος αυτών των γειτόνων δεν πρόκοβαν. Μια μέρα φώναξε στη νοικοκυρά:
— Δε μου λες, κυρία Βιβή, αλάτι ρίχνετε στα πεύκα μου και μαραίνονται;
— Όχι εγώ, η αδερφή μου, αποκρίθηκε γελαστά η κυρία. Είνε βασιλικιά!
— Μπα; Είνε κατά του καθεστώτος αυτή; Και δε μου τόλεγες τόσον καιρό, να την… περιποιούμαι περισσότερο;
Όταν του τράβηξαν την πιστολιά, μπράβοι των αντιθέτων, έτρεξα στο σπίτι του, με το μακαρίτη τον Αραβαντινό, πριν ακόμα φθάσουν οι γιατροί. Ήτανε στο κρεββάτι του και κρατούσε την πληγή με το ματωμένο χέρι του. Δεν είχε χάση καθόλου την ψυχραιμία του:
— Μας βάλανε στο σημάδι, μας είπε χαμογελώντας. Οι Τούρκοι δε μας σκότωσαν, θα μας σκοτώσουν αυτοί! Μα δε θέλω να τιμωρηθή αυτό το ρεμάλι. Τι φταίει; Είνε βαλτός.
Η παλληκαριά του ήτανε παραδειγματική. Κάποτε με το μακαρίτη Μωραϊτίνη πετούσαν από πάνω από την Αίγινα, πηγαίνοντας για την Ύδρα. Ο μοτέρ (σ.σ. κινητήρας) χάλασε. Ο Μωραϊτίνης ειδοποίησε τον Κουντουριώτη:
— Έχουμε σοβαρή βλάβη, ναύαρχε!
— Ε, και τι μου το λες; του αποκρίθηκε ατάραχος.
Και αυτό ήταν όλο.
Και η απλότης του ήταν κάτι θαυμάσιο. Όταν έμπαινε στο «Υδράκι» για να πάη στο νησί του, οποιοσδήποτε Υδραίος μπορούσε να τον πλησιάση και να τον… επιφορτίση με παραγγελίες.
— Θάχης την καλωσύνη, ναύαρχε, να δώσης στο σπίτι μου αυτό το πακετάκι;
Οι σπάνιες διηγήσεις του ήτανε χάρμα. Μια μέρα, στην Ύδρα, που με είχε κρατήση στο πρόγευμα, μου διηγήθη μερικά από την επίσημη επίσκεψι (σ.σ. τον Αύγουστο του 1924) του Ρας-Τάφαρι (σ.σ. ο τότε αντιβασιλέας και μετέπειτα αυτοκράτορας της Αιθιοπίας/Αβησσυνίας, Χαϊλέ Σελασιέ, 1892-1975) εδώ:
— Αυτός, μούλεγε ο ναύαρχος, είχε πάρη μαζί του κι’ όλους τους πρίγκηπες της Αβησσυνίας. Ξέρεις γιατί;
— Όχι, ναύαρχέ μου.
— Για να μη μείνη κανένας πίσω και… του κάνη επανάστασι. Δεν είνε κουτός αυτός ο αράπης. Κι’ έχει και κάποιο φέρσιμο! Εγώ νόμιζα πως στο τραπέζι θα παίρνη τα φαγιά με τα χέρια. Μα είδα πως ήξερε να πιάνη πηρούνι και μαχαίρι. Παντού, όπου γυρίζαμε, δε με ρωτούσε τίποτα… Ξέρεις γιατί;
— Όχι, ναύαρχέ μου.
— Για να μη φανή χωριάτης και αμαθής. Δε ρωτούσε ούτε για τ’ αρχαία. Όταν όμως είδε στο θέατρο του Διονύσου τη Μαρίκα (σ.σ. Κοτοπούλη) να βγαίνη Κλυταιμνήστρα με τον μπαλντά στο χέρι, φοβήθηκε. Ρώτησε. Του είπα πως είνε παράστασις, πως παίζει για να μας γλεντήση. Και ησύχασε.
Κι’ ο δοξασμένος ναύαρχος γελούσε με την καρδιά του. Η επίσκεψις αυτή τον είχε καταδιασκεδάση.