Συχνά η δημόσια εικόνα της Μέριλιν Μονρόε περιορίζεται σε μια τραγική φιγούρα ή σε ένα είδωλο που καταναλώνεται αχόρταγα από τη λαϊκή κουλτούρα. Ωστόσο, νέες εκθέσεις για την εκατονταετία από τη γέννηση της επιδιώκουν να αναδείξουν μια διαφορετική ιστορία για τη γυναίκα που αποπλάνησε κοινό και πολιτικούς.
Το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου και η Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων του Λονδίνου θέλουν να αναδείξουν την άλλη Μονρόε στα πλαίσια ενός στρατηγικά σχεδιασμένου «καλοκαιριού της Μέριλιν» που καταλαμβάνει τη βρετανική πρωτεύουσα προσφέροντας μια σπάνια ευκαιρία επανεκτίμησης της φιλμογραφίας και της επιρροής της.
Η Κίμπερλι Σίαν, επικεφαλής προγραμματισμού του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου, τονίζει στον Guardian ότι η Μονρόε υπήρξε «η αυθεντική ενσάρκωση της πολλαπλής απειλής για το σύστημα της εποχής».
«Όταν η Mέριλιν ίδρυσε την εταιρεία παραγωγής της, ο κόσμος στα 50s δεν καταλάβαινε. Tην χλεύαζε»
Η Μονρόε δεν περιορίστηκε στο να εκτελεί οδηγίες, αλλά πρωτοστάτησε στη δημιουργία της δικής της δημόσιας περσόνας, ελέγχοντας ακόμα και τις παραμικρές λεπτομέρειες των φωτογραφίσεών της.
Η έκθεση με τίτλο «Μέριλιν Μονρόε: Μια αυτοδημιούργητη σταρ» που ξεκινά την 1η Ιουνίου, αναδεικνύει την ικανότητά της να κινείται ανάμεσα σε μουσικές κωμωδίες και βαθιά δραματικούς ρόλους, αποδεικνύοντας ότι διέθετε μια ερμηνευτική γκάμα που συχνά επισκιάστηκε από το κουτσομπολιό και τις τραγωδίες της προσωπικής της ζωής.
Η πρόσκληση προς το κοινό είναι σαφής: να κοιτάξει πέρα από τον μύθο και να αναγνωρίσει τη Μονρόε ως μια πρωτοπόρο δημιουργική δύναμη.
Η Μονρόε υπήρξε η πρώτη γυναίκα μετά την εποχή του βωβού κινηματογράφου που τόλμησε να ιδρύσει τη δική της εταιρεία παραγωγής, διεκδικώντας ποιοτικότερα σενάρια και μεγαλύτερη καλλιτεχνική ελευθερία.
Παράλληλα η επανέκδοση της ταινίας «Οι Αταίριαστοι» στις κινηματογραφικές αίθουσες αποτελεί κεντρικό σημείο των εορτασμών στη Βρετανία, επιτρέποντας στους θεατές να δουν το ανθρώπινο βάθος μιας ερμηνείας που γράφτηκε από τον τότε σύζυγό της, Άρθουρ Μίλερ, και σκηνοθετήθηκε από τον Τζον Χιούστον.
Παράλληλα, η Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων εξερευνά τον ρόλο της Μονρόε στην κατασκευή της εικόνας της μέσα από τα έργα κορυφαίων καλλιτεχνών όπως ο Άντι Γουόρχολ και ο Ρίτσαρντ Άβεντον.
Η έκθεση περιλαμβάνει αδημοσίευτες φωτογραφίες από το περιοδικό Life τραβηγμένες μόλις μία ημέρα πριν από τον θάνατό της τον Αύγουστο του 1962.
Αυτά τα φωτογραφικά ντοκουμέντα αποκαλύπτουν μια γυναίκα που, ενώ βρισκόταν στο απόγειο της δόξας της, προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξεφύγει από την περσόνα που η ίδια είχε δημιουργήσει, επιδιώκοντας να επανεφεύρει τον εαυτό της ίσως εις μάτην.
Ο κόσμος της δεκαετίας του πενήντα δεν ήταν ακόμα έτοιμος να καταλάβει ή να αποδεχθεί την αληθινή Μονρόε πίσω από το στερεότυπο μιας σαγηνεύτρας σεξοβόμβας -που δεν ήταν.
Συγκρίνοντας την Μονρόε με τους αστέρες του σήμερα η Σίαν ξεκαθαρίζει την επιρροή της αιώνιας ξανθιάς -που επίσης δεν ήταν. «Τώρα υπάρχουν προσωπικότητες όπως η Tέιλορ Σουίφτ ή η Μαντόνα» είπε για δύο ισχυρές γυναίκες που όρισαν το αφήγημα τους στη βιομηχανία της διασκέδασης.
«Αν η Mέριλιν ζούσε σήμερα, θα μπορούσε να ήταν μια Mάργκοτ Ρόμπι – κάποια με τεράστιο κεφάλαιο στην εικόνα της, αλλά και μια καταπληκτική ερμηνεύτρια και μια έξυπνη, ενεργή παραγωγός»
«Η Mέριλιν έκανε το ίδιο όταν ίδρυσε την εταιρεία παραγωγής της, αλλά ο κόσμος τότε δεν καταλάβαινε, την χλεύαζε. Έχουμε διανύσει πολύ δρόμο, αλλά έχουμε ακόμα πολλά να κάνουμε», πρόσθεσε η Σίαν.
«Αν η Mέριλιν ζούσε σήμερα, θα μπορούσε να ήταν μια Mάργκοτ Ρόμπι – κάποια με τεράστιο κεφάλαιο στην εικόνα της, αλλά και μια καταπληκτική ερμηνεύτρια και μια έξυπνη, ενεργή παραγωγός. Θα ήθελα να πιστεύω ότι, αν είχε ζήσει περισσότερο, θα είχε περισσότερες πιθανότητες».
Γεννημένη την 1η Ιουνίου 1926, η Μονρόε εξακολουθεί να είναι καθοριστική στην ποπ κουλτούρα. Από τις πρώτες pin-up φωτογραφίες που τραβήχτηκαν όταν ήταν ένα νεαρό μοντέλο ονόματι Νόρμα Τζιν, μέχρι τις τελευταίες φωτογραφίες της που τραβήχτηκαν το 1962, ήταν ένα από τα πιο φωτογραφημένα άτομα στον κόσμο.
Στις 10 Μαΐου, το jazz trio των Camila Nebbia, Gonçalo Almeida και Sylvain Darrifourcq καταλαμβάνει τη σκηνή του θεάτρου Baumstrasse, ως «ζέσταμα» για τα φετινά Φ Hill Sessions