Επιθυμία και κλιμάκωση: Τι κάνει ένα αντικείμενο στ’ αλήθεια σέξι;
Η επιθυμία δεν σβήνει με την απόκτηση, αλλά εντείνεται: στο «Second Skin», η Αναστασία Φεντόροβα αναλύει τον φετιχισμό ως σύγχρονη πρακτική όπου τα αντικείμενα γίνονται φορείς ταυτότητας, προστασίας και αισθητικής μεταμόρφωσης
Η σύγχρονη συζήτηση γύρω από την κατανάλωση ξεκινά συχνά από μια βασική διάψευση: τα αντικείμενα που υπόσχονται μεταμόρφωση σπάνια την προσφέρουν. Σε δοκίμιό της το 2018, η συγγραφέας Σίλα Χέτι περιέγραφε τον μηχανισμό με σαφήνεια: το προϊόν που επενδύεται με φαντασιακή δύναμη, μόλις αποκτηθεί, χάνει τη λάμψη του. Η επιθυμία ακολουθεί έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο — αγορά, προσμονή, μαγική σκέψη, απογοήτευση, νέα ανάγκη — χωρίς ουσιαστική υπέρβαση.
Το «Second Skin» της Αναστασία Φεντόροβα έρχεται να ανατρέψει αυτή τη γραμμική αφήγηση. Το βιβλίο, που συνδυάζει προσωπικό χρονικό, πολιτισμική ανάλυση και επιτόπιο ρεπορτάζ, εξετάζει τις φετιχιστικές κουλτούρες ως πεδία όπου τα αντικείμενα δεν αποδυναμώνονται με την απόκτηση αλλά ενισχύονται. Η επιθυμία δεν καταρρέει· κλιμακώνεται.
Η Φεντόροβα ορίζει τον φετιχισμό ως ερωτική επένδυση σε υλικά στοιχεία — λάτεξ, δέρμα, μάσκες, αθλητικά παπούτσια, αυτοκίνητα — που λειτουργούν ως πυρήνες έντασης. Η διέγερση δεν περιορίζεται στη χρήση τους· ξεκινά από την επιλογή και την αγορά, από την άφιξη του πακέτου και το άνοιγμα του κουτιού. Η τελετουργία της κατανάλωσης γίνεται μέρος της ερωτικής εμπειρίας.
Μεγαλωμένη στη μετασοβιετική Ρωσία, σε μια κοινωνία όπου τα επώνυμα προϊόντα απέκτησαν σχεδόν μεταφυσική αξία, η συγγραφέας αντιλαμβάνεται από νωρίς τη «πνευματική αύρα» των εμπορευμάτων. Στο Λονδίνο, όπου σήμερα ζει και δραστηριοποιείται, εντάσσει τις kink κοινότητες σε μια ευρύτερη πολιτισμική και ιστορική αφήγηση. Το «Second Skin» παρουσιάζει τον φετιχισμό ως μορφή αντίστασης απέναντι στη «θεσμοθετημένη» σεξουαλική φαντασία, έναν χώρο όπου οι επιθυμίες που υπερβαίνουν την κανονικότητα βρίσκουν γλώσσα και υλικό σώμα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο λάτεξ, που λειτουργεί ως «δεύτερο δέρμα». Το υλικό παγιδεύει θερμότητα και υγρασία, δημιουργώντας μια παρατεταμένη, σχεδόν συνεχόμενη σωματική ένταση. Η στολή δεν αποτελεί απλώς ένδυμα αλλά εργαλείο μετασχηματισμού: αναδιατάσσει τα όρια του σώματος, αποδομεί έμφυλες σταθερές, μετατρέπει το υποκείμενο σε υβριδική μορφή ανάμεσα σε άνθρωπο και αντικείμενο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αντικειμενοποίηση δεν εκλαμβάνεται ως απώλεια αυτονομίας αλλά ως συνειδητή επιλογή. Η αίσθηση ότι το σώμα γίνεται επιφάνεια, υλικό, περίβλημα, εντάσσεται σε μια αισθητική και βιωματική στρατηγική.
Η συγγραφέας εξερευνά ποικίλες πρακτικές — μάσκες gimp που καλύπτουν το κεφάλι, δερμάτινες στολές, αυτοκινητιστικά φετίχ, ιατρικές φαντασιώσεις με γάντια και καθετήρες — με ενθουσιασμό και λεπτομερή αισθητική παρατήρηση. Η γυαλάδα του λάτεξ, η επιβλητικότητα μιας μάσκας Doberman, η «άψογη» γραμμή ενός biker συνόλου περιγράφονται με σχεδόν τελετουργική φροντίδα.
Ταυτόχρονα, τα υλικά αυτά συνδέονται με αίσθημα προστασίας. Η μάσκα προσφέρει ανωνυμία, τα τακούνια και τα γάντια λειτουργούν ως πανοπλία, το λάτεξ ως μεμβράνη που δεν επιτρέπει τη διείσδυση. Η τεχνητότητα δεν θεωρείται εμπόδιο αλλά προϋπόθεση για βαθύτερη ειλικρίνεια. Η επιθυμία διαμεσολαβείται, οργανώνεται, σκηνοθετείται.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σκηνές όπου ο φετιχισμός μεταφέρεται εκτός των κλειστών κλαμπ και διαχέεται στο αστικό περιβάλλον. Υπόγεια πάρκινγκ, γκαράζ, φθορίζοντα φώτα και υγρό τσιμέντο μετατρέπονται σε σκηνικά έντασης. Ο ερωτισμός αναδύεται από τη σύγκλιση του καθημερινού και του απαγορευμένου, από τη λεπτή γραμμή που χωρίζει το τετριμμένο από το φαντασιακό.
Σε αυτές τις στιγμές, το «Second Skin» υποστηρίζει ότι ο φετιχισμός δεν είναι παρέκκλιση αλλά προέκταση της καθημερινότητας — μια οξυμένη μορφή της ίδιας επιθυμίας που διαπερνά και τις πιο κοινότοπες εμπειρίες.
Παρά την απελευθερωτική διάσταση που αποδίδεται στα φετιχιστικά αντικείμενα, το βιβλίο αφήνει ανοιχτό ένα κρίσιμο ερώτημα: μήπως η προστατευτική μεμβράνη που υπόσχεται ασφάλεια αναπαράγει μια ευρύτερη πολιτισμική τάση προς την απομόνωση; Η εικόνα σωμάτων που συναντώνται μέσα από στρώματα υλικού μπορεί να διαβαστεί ως μεταφορά μιας εποχής που επιδιώκει ελεγχόμενη εγγύτητα και υπερεξειδικευμένες μορφές επιθυμίας.
Σε αντίθεση με την ιδέα ότι κάθε αγορά οδηγεί αναπόφευκτα σε απομυθοποίηση, το «Second Skin» υποστηρίζει ότι η επιθυμία μπορεί να παραμένει ενεργή μέσω τελετουργίας, αισθητικής φροντίδας και συνειδητής επένδυσης στην ύλη. Το βιβλίο λειτουργεί τελικά ως στοχασμός πάνω στη σύγχρονη σχέση σώματος και αντικειμένου — μια διερεύνηση του πώς η υλικότητα οργανώνει, προστατεύει και αναδιαμορφώνει την εμπειρία της επιθυμίας.
Με χιούμορ, ένταση και συνεχείς ανατροπές, η παράσταση «Push Up» βυθίζεται στα άδυτα μιας πολυεθνικής, όπου η προσωπική και επαγγελματική ανέλιξη μετατρέπεται σε αγώνα επιβίωσης.