Η κυβέρνηση με όλα αυτά που κάνει μάλλον δείχνει ότι προσπαθεί να συγκαλύψει τη σκοτεινή υπόθεση των υποκλοπών και όχι να τη διαλευκάνει

Μετά τη σκοτεινή υπόθεση των υποκλοπών η Ελλάδα εμφανίζει ατυχώς την θλιβερή εικόνα που περιγράφει καταπληκτικά ο Νιλ Στήβενσον στο μυθιστόρημά του  Snowcrash, δηλαδή την εικόνα μιας χώρας που έχει αλωθεί από εταιρείες οι οποίες εμπορεύονται το παράνομο λογισμικό των παρακολουθήσεων και παρακολουθούν δημοσιογράφους, πολιτικούς κλπ.

Και δυστυχώς μέχρι στιγμής ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση δεν έχουν δώσει μια σοβαρή απάντηση για ποια αιτία λ.χ. παρακολουθούνταν ο κ. Ανδρουλάκης!

Μήπως ήταν «κατάσκοπος»; Γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν παρανοϊκό, έστω και να το σκεφθεί κανείς!

Αντ’ αυτού η κυβέρνηση κατεβάζει ένα νομοσχέδιο το οποίο υποτίθεται ότι εκσυγχρονίζει το θεσμικό πλαίσιο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών.

Και κατά την άποψή μου έχουμε να κάνουμε με μια αρνητική νομοθετική πρωτοβουλία, ειδικά σε ότι αφορά την άρση του απορρήτου για πολιτικά πρόσωπα (όταν συντρέχουν λόγοι «εθνικής ασφαλείας»).

Έτσι , σύμφωνα με το κατατεθέν νομοσχέδιο , για την παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ενός Βουλευτή λ.χ. θα απαιτείται και η άδεια του Προέδρου Της Βουλής (η οποία θα ενεργοποιείται μετά από αίτημα των Ελληνικών Μυστικών Υπηρεσιών).

Και απορώ ποιος ειλικρινά σκέφθηκε την εμπλοκή του Προέδρου της Βουλής σε αυτή τη διαδικασία.

Και τούτο, γιατί ο θεσμός τούτος εκφράζει δικαιοπολιτικά και συνταγματικά ένα πνεύμα «υπερκομματικότητας» , δηλαδή ένα μέγεθος το οποίο τοποθετεί τον Πρόεδρο της Βουλής υπεράνω των αχρείαστων πολλές φορές κομματικών αντιπαλοτήτων!

Είναι δυνατό να πιστεύει κανείς σοβαρά, ότι ο εκάστοτε Πρόεδρος της Βουλής θα μπορεί ποτέ  να δώσει την άδεια του στην παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ενός  αρχηγού κόμματος;

Επιπλέον, για την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των πολιτικών προσώπων θα χρειάζεται εκτός από την άδεια του Προέδρου της Βουλής και η συναίνεση -με αντίστοιχη Διάταξη- δύο εισαγγελικών λειτουργών (αντί της συναινέσεως του ενός Εισαγγελέα που απαιτούνταν μέχρι σήμερα).

Κατά την άποψη μου και την με την «προσθήκη» τούτη τίποτε δεν θα αλλάξει, εάν δεν αντιληφθούν οι κυβερνητικοί ιθύνοντες ένα πράγμα. Δηλαδή, ότι ο Εισαγγελέας στη διαδικασία τούτη είναι απαραίτητο να λειτουργεί ως ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ, όπως δηλαδή και στην ποινική διαδικασία, και να δεσμεύεται σε ότι αφορά την αιτιολογία για το εάν συντρέχουν λόγοι «εθνικής ασφάλειας» -στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση- από το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Αυτό σημαίνει με απλά λόγια ότι πρέπει να καταργηθεί το άρθρο 3 του ν.2225/1994 και η Εισαγγελική αρχή να συναινεί στην παρακολούθηση ενός δημοσίου προσώπου μόνο αν γνωρίζει το όνομα του δημόσιου προσώπου που θα τεθεί υπό παρακολούθηση.

Και  μόνο αν υπάρχουν πραγματικά γεγονότα ή αποδεικτικά στοιχεία που οριοθετούν ποιοι είναι οι ακριβείς λόγοι εθνικής ασφαλείας οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την κατάλυση του απορρήτου των επικοινωνιών ενός λχ  Υπουργού.

Διαφορετικά και 10 Εισαγγελείς να βάλει η κυβέρνηση τίποτε δεν θα αλλάξει στο επίπεδο αυτό και θα εκδίδονται και πάλι χιλιάδες «βιομηχανοποιημένες» και αναιτιολόγητες εισαγγελικές Διατάξεις, όπως και στο παρελθόν!

Ωστόσο, αν αποδεχθούμε την ανωτέρω συλλογιστική,  θα ήταν καλύτερο αντί του προέδρου της Βουλής και των Εισαγγελέων να αποφαίνεται για την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών για τα δημόσια πρόσωπα (όταν συντρέχουν λόγοι «εθνικής ασφάλειας») ένα συλλογικό δικαιοδοτικό όργανο!

Και τέτοιο όργανο είναι το Συμβούλιο Εφετών (δηλαδή τρεις έμπειροι εφέτες)!

Το συμπέρασμα; Η κυβέρνηση με όλα αυτά που κάνει μάλλον δείχνει ότι προσπαθεί να συγκαλύψει τη σκοτεινή υπόθεση των υποκλοπών και όχι να τη διαλευκάνει !

Και βεβαίως από την υπόθεση τούτη έχει «πληγεί» σημαντικά και η προσωπικότητα του πρωθυπουργού.

Γρηγόρης Καλφέλης  – Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ

 kalfelis@law.auth.gr

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr