Άδικα περιμένουν οι νεκροί στις επιτύμβιες στήλες (όσοι πρόφτασαν κι απόχτησαν μια τέτοια, ή που δεν τους την έσπασαν), άδικα με κείνο τους το σκεύος για σπονδές ολότελα άδειο· — περιμένουν κάποιον να θυμηθεί μια πράξη τους, μέσα στις τόσες, κάποιον να προσφέρει όχι τροφές και στεφάνια, μόνον μια ματιά στα γυμνά μέλη τους, γιατί, τα βράδια, τώρα που μπαίνει η άνοιξη με τα πολλά πουλιά της και τα φύλλα, αβάσταχτη γίνεται η μοναξιά, τόσο που, απόψε, σεργιανώντας στο προαύλιο με μιαν ολόλευκη, περίσκεπτη πανσέληνο, ξάφνου ο Βαγγέλης αποτραβήχτηκε απ’ τη συντροφιά μας, στάθηκε κάτω απ’ τα δέντρα, κάτι ψιθύρισε σα δέηση μυστική, κι έβγαλε τα παπούτσια του (τα μόνα που του ’μεναν — τρύπια κι αυτά) και με μια κίνηση ντροπαλή τα κατάθεσε ευλαβικά σ’ έναν αόρατο τάφο — ίσως του Ορέστη ή της Ηλέκτρας.
Λέρος, 22.III.68
*Από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου Πέτρες. Επαναλήψεις. Κιγκλίδωμα (Κέδρος, Αθήνα, 1972).
Ο μέγας Γιάννης Ρίτσος είχε γεννηθεί στη Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά του 1909.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ο Ρίτσος είχε εξοριστεί στη Γυάρο και στο Παρθένι της Λέρου, ακολούθως δε είχε τεθεί σε «κατ’ οίκον περιορισμό» στο Καρλόβασι Σάμου.
Η μουσική παράσταση «ASTORIA» μάς μεταφέρει στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, εκεί όπου μια μικρή Ελλάδα γεννιέται μέσα σε ένα καφενείο στην καρδιά της Αστόριας και το τραγούδι γίνεται φωνή, παρηγοριά και αντίσταση.