Η σύγκρουση στην Ουκρανία αποτυπώνει δυναμικές μιας σύγκρουσης με παγκόσμια χαρακτηριστικά

Ο εικοστός αιώνας σφραγίστηκε από πολύ νωρίς από μια απειλή: ότι σε έναν κόσμο διαιρεμένο σε ανταγωνιστικά μπλοκ – Entente εναντίον Παλαιών Αυτοκρατοριών αρχικά, Σύμμαχοι εναντίον των Δυνάμεων του Άξονα και στο τέλος ΝΑΤΟ εναντίον Συμφώνου της Βαρσοβίας – η μεγαλύτερη απειλή που μπορούσε να εξαπολύσει ένα μπλοκ ήταν να μετατρέψει μια σύγκρουση σε ένα σημείο σε μια παγκόσμια σύγκρουση.

Αυτός ήταν ο μηχανισμός που οδήγησε σε δύο Παγκοσμίους Πολέμους. Και το γεγονός ότι ουδέποτε διατυπώθηκε αυτή η απειλή παρά το πλήθος «θερμών» συγκρούσεων μάλλον προστάτευσε την ανθρωπότητα από την απόλυτη καταστροφή. Σε αυτό βεβαίως συνέβαλε και η επίγνωση ότι μια πυρηνική αντιπαράθεση δεν θα άφηνε ακριβώς περιθώριο να μιλούμε για νικητές και ηττημένους…

Μια παγκόσμια σύγκρουση γύρω από την Ουκρανία

Όμως, τώρα με μια εντυπωσιακή ταχύτητα η Δύση δείχνει να κηρύσσει έναν άοπλο, αλλά όχι χωρίς τεράστιες επιπτώσεις, παγκόσμιο πόλεμο απέναντι στη Ρωσία.

Εάν κανείς κοιτάξει την κλίμακα των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί και το ενδεχόμενο να επεκταθούν – δηλαδή να συμπεριλάβουν και τις δευτερεύουσες συναλλαγές και να στοχοποιήσουν και τις χώρες που συναλλάσσονται ακόμη με τη Ρωσία – είναι μια εντυπωσιακή προσπάθεια οικονομικής αποσύνδεσης της Ρωσίας από την παγκόσμια οικονομία.

Αντίστοιχα, δεν είναι χωρίς σημασία η ταχύτητα με την οποία η Δύση επέλεξε να υιοθετήσει μια ορολογία που παραπέμπει ακριβώς σε μια πολύ συγκρουσιακή εκδοχή «Ψυχρού Πολέμου», μιλώντας για «ελεύθερο κόσμο» και ζητώντας μια πλήρη σχεδόν συμμόρφωση κρατών και κοινωνιών σε αυτή την κατεύθυνση. Ούτε είναι τυχαίες οι εντυπωσιακές αλλαγές στη στάση της ΕΕ, με την επιλογή για αποστολή στρατιωτικού υλικού ή γεγονότα όπως η αλλαγή ουσιαστικά του αμυντικού δόγματος της Γερμανίας.

Μάλιστα εντυπωσιάζει σε αυτό το σημείο το γεγονός ότι σε αντίθεση με άλλες συγκρούσεις δεν επιλέγεται η πίεση για μια αποκλιμάκωση και διπλωματική διέξοδο, αλλά η προσπάθεια να στηριχτεί η άμυνα της Ουκρανίας, με αποστολή οπλισμού όχι όμως και στρατιωτικών δυνάμεων, σε μια κίνηση που δείχνει να επιδιώκει να αποτρέψει την επίτευξη των ρωσικών στόχων αλλά και να παρατείνει τη σύγκρουση ώστε να δικαιολογείται και η κλιμάκωση της παγκόσμιας αντιπαράθεσης.

Άλλωστε, και ο τρόπος που κλιμακώνονται άλλες πρακτικές όπως η ακύρωση των περισσότερων δυνατοτήτων μετακίνησης από και προς τη Ρωσία αεροπορικώς, ο αποκλεισμός της Ρωσίας από παγκόσμιες αθλητικές οργανώσεις ή ο τρόπος που ματαιώνονται ακόμη και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις ή διακόπτονται οι συνεργασίες με Ρώσους καλλιτέχνες, δείχνουν να παραπέμπουν όχι μόνο στην αντίδραση και την αγανάκτηση για την ρωσική στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία, αλλά και στην παγίωση μιας «εικόνας» ότι η Ρωσία και «τα άλλα αυταρχικά καθεστώτα» είναι σήμερα ο ορατός εχθρός του «ελεύθερου κόσμου».

Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια τοπική ή περιφερειακή σύγκρουση, ούτε απλώς με μια επιθετική ενέργεια της Ρωσίας αλλά με μια στιγμή σε μια συνολικότερη αντιπαράθεση.

Μια σύγκρουση που ξεκινά ήδη από τη δεκαετία του 2000

Ουσιαστικά, ήδη από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000 με συμβολική στιγμή από τη μια την ομιλία του Πούτιν στο Μόναχο τον Φεβρουάριο του 2007, όταν κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι επιδιώκουν μια επέκταση του ΝΑΤΟ που αντιμετώπιζε τη Ρωσία ως απειλή, και από την άλλη τη «διατύπωση του Βουκουρεστίου» για την πολιτική «ανοιχτών θυρών» και την προοπτική εισδοχής της Ουκρανίας και της Γεωργίας είχε αρχίσει να διαγράφεται το περίγραμμα μιας κλιμακούμενης αντιπαράθεσης.

Η αντιπαράθεση αυτή πήρε ακόμη μεγαλύτερη ένταση το 2014. Τότε έγινε σαφές ότι οι ΗΠΑ είδαν τις κινητοποιήσεις στην Ουκρανία ως ευκαιρία για μια πολιτική αλλαγή που θα έφερνε την Ουκρανία πιο κοντά στη Δύση και πιο μακριά από τη Ρωσία, παρότι βέβαια την ίδια η στιγμή η ίδια η χώρα βυθιζόταν σε μια σύγκρουση που είχε στοιχεία και εμφύλιας σύγκρουσης – με καθοριστική και την αιματηρή δράση ακροδεξιών ομάδων – και κατέληξε στη συγκρότηση των αυτοαποκαλούμενων «Λαϊκών Δημοκρατικών» στο Ντονμπάς.

Αντίστοιχα, η Ρωσία έκτοτε θεώρησε ότι όλες οι εξελίξεις στην Ουκρανία είχαν να κάνουν με το ενδεχόμενο να μετατραπεί σε προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης και σε μοχλό ακόμη μεγαλύτερης πίεσης προς τη Ρωσία.

Σε αυτό το φόντο η διαδικασία εφαρμογής των Συμφωνιών του Μινσκ, που έδιναν έναν ορίζοντα δημοκρατικής λύσης του εσωτερικού ουκρανικού ζητήματος, γύρω από την παροχή αυτονομίας στις ανατολικές επαρχίες εντός Ουκρανίας, όχι όμως και μια απάντηση στο διεθνή προσανατολισμό της χώρας, προσέκρουαν πάντα στο ζήτημα του συνολικότερου προσανατολισμού της Ουκρανίας.

Το ίδιο το γεγονός ότι η Ρωσία ενώ προετοιμαζόταν και για το ενδεχόμενο στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία, πρότεινε στη Δύση τη συνολική αναδιαπραγμάτευση των όρων συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη, δείχνει ακριβώς ότι η σύγκρουση δεν ήταν ποτέ απλώς για την Ουκρανία. Εξαρχής αφορούσε το εάν θα κλιμακωθεί η σύγκρουση ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία (και κατ’ επέκταση την Κίνα) ή εάν θα υπήρχε μια αποκλιμάκωση γύρω από ένα πλέγμα ισορροπιών και «ουδέτερων ζωνών».

Η λογική της διαπραγμάτευσης εντός πολέμου

Σε αυτό το φόντο η Ρωσία είναι προφανές ότι πήρε την επιλογή των στρατιωτικών επιχειρήσεων θεωρώντας ότι ούτως ή άλλως η Δύση δεν επρόκειτο να κινηθεί στην κατεύθυνση μιας πολιτικής διαπραγμάτευσης για την ανακοπή της λογικής της σύγκρουσης.

Δηλαδή, φαίνεται ότι στη σκέψη του Πούτιν κυριάρχησε η λογική ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος από το  να επιβληθούν οι ρωσικοί όροι και ένοπλά.

Αυτό αποτυπώνεται και στο περίγραμμα των ρωσικών κινήσεων μέχρι τώρα, που δεν είναι ακριβώς η προσπάθεια γενικά να καταληφθεί η Ουκρανία, αλλά να επιβληθεί ένοπλα μια πολιτική αλλαγή (ή «αλλαγή καθεστώτος» εάν προτιμάτε) που θα πρέπει να εξασφαλίσει την ουδετερότητα της Ουκρανίας και το σεβασμό των δικαιωμάτων των ανατολικών επαρχιών.

Προφανώς και στη ρωσική αντίληψη βαραίνει και η πεποίθηση ότι η Ουκρανία ή έστω σημαντικό μέρος της ανήκει στον ευρύτερο «ρωσικό χώρο», όμως θα ήταν λάθος να αποδώσουμε τα πάντα σε έναν επεκτατικό εθνικισμό, όχι γιατί ο εθνικισμός («μεγαλορωσικό» θα τον έλεγαν οι μπολσεβίκοι) δεν είναι στοιχείο της ιδεολογίας της ρωσικής πολιτικής ελίτ, αλλά γιατί θα υποτιμούσαμε τη διάσταση της παγκόσμιας αντιπαράθεσης που περιγράψαμε,

Αυτό εξειδικεύεται στην προσπάθεια να καταστραφούν στρατιωτικές υποδομές της Ουκρανίας, να αποκτηθεί ο έλεγχος κρίσιμων υποδομών και να τεθούν σε πολιορκία συγκεκριμένες πόλεις: το Χαρκόφ, η Μαριούπολη και το ίδιο το Κίεβο.

Η λογική της πολιορκίας – που έχει κάποιες αναλογίες με τον τρόπο που κινήθηκε η Ρωσία σε άλλες περιοχές, π.χ. στους διάφορους θύλακες στη Συρία – σημαίνει συγκέντρωση δυνάμεων, αποκλεισμός, διαρκή χτυπήματα σε «στρατιωτικούς στόχους» και άνοιγμα «ανθρωπιστικών διαδρόμων» για τους αμάχους, με όλο φυσικά τον κίνδυνο μεγάλου αριθμού και αμάχων θυμάτων.

Όλα αυτά αποσκοπούν στο να αποδεχτεί η ουκρανική κυβέρνηση τους ρωσικούς όρους για την κατάπαυση του πυρός ή να υπάρξει κάποια πολιτική αλλαγή στην Ουκρανία – χωρίς αυτή τη στιγμή να φαίνεται η δυναμική που θα την προκαλούσε.

Στο βαθμό που η ουκρανική κυβέρνηση, θεωρώντας ότι έχει την υποστήριξη σημαντικού μέρους της ουκρανικής κοινωνίας, αρνείται να συνθηκολογήσει προς το παρόν και στον βαθμό που οι ΗΠΑ και η ΕΕ σε αυτή τη βάση προκρίνουν να ηττηθεί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η Ρωσία, παρά να υπάρξει έγκαιρα μια πολιτική λύση, εκτιμώντας και από τη μεριά τους ότι ούτως ή έχουμε περάσει στην επόμενη φάση μιας παγκόσμιας σύγκρουσης, έχουμε μια συνθήκη που αντικειμενικά τροφοδοτεί την πολεμική σύγκρουση.

Ουσιαστικά, διαμορφώνεται μια συνθήκη όπου η Ρωσία προσπαθεί ακόμη περισσότερο να κατοχυρώσει στο έδαφος και ένοπλα αυτά που θεωρεί ότι δεν της προσφέρονται στο πολιτικό επίπεδο, τόσο σε σχέση με την Ουκρανία όσο και συνολικά με την επέκταση του ΝΑΤΟ.

Αυτό δεν αναιρεί ότι υπάρχει και διαπραγμάτευση, έστω και εάν γίνεται υπό το βάρος των επιχειρήσεων. Το ερώτημα είναι εάν και σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να υπάρξει ένας συμβιβασμός ανάμεσα στη ρωσική και την ουκρανική πλευρά που να οδηγεί στην εκεχειρία και την έναρξη της αποχώρησης των ρωσικών δυνάμεων και σε ποια σημεία. Αυτό είναι πιθανό να φανεί στη διάρκεια της δεύτερης συνάντησης των αντιπροσωπειών. Αντίστοιχα, ούτε από τη Δύση, πέραν της γενικής απαίτησης για τερματισμό των επιχειρήσεων, δεν έχει φανεί το περίγραμμα μιας μεσοπρόθεσμης λύσης.

Μόνο που όλα αυτά παρατείνουν το πραγματικό δράμα της ουκρανικής κοινωνίας και αυξάνουν το κόστος σε ανθρώπινες ζωές.

Η εποχή του χάους;

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν θα υπάρξει μια προσπάθεια να επιστρέψει η πολιτική συζήτηση για όλα αυτά τα ζητήματα ή θα συνεχιστεί η κλιμάκωση μιας αντιπαράθεσης που απλώς παγιώνει μια παγκόσμια σύγκρουση που εύκολα μπορεί να πάρει και πιο «θερμές μορφές» με απρόβλεπτες συνέπειες, ή εάν θα αναζητηθεί ένα σημείο ισορροπίας που θα ανακόπτει την πορεία προς τον παγκόσμιο πόλεμο.

Μέχρι στιγμής, η ρητορική της Δύσης δεν παραπέμπει στην αναζήτηση ενός τέτοιου σημείου συμβιβασμού. Πολύ περισσότερο παραπέμπει στην προσπάθεια να κατοχυρωθεί η πρώτη μεγάλη ήττα της Ρωσίας σε αυτή τη φάση της παγκόσμιας αντιπαράθεσης. Κάτι που με τη σειρά επιτείνει την τάση της Ρωσίας να αποφύγει αυτή την ήττα δοκιμάζοντας να κατοχυρώσει τις θέσεις της ένοπλα.

Μόνο που αυτός είναι ο δρόμος για το χάος.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr