Εντυπωσιακό. Τέτοια θερμή ανταπόκριση των βρετανών τηλεθεατών σε ξένο πρωθυπουργό, όπως συνέβη με τον Μητσοτάκη, είναι σπανιότατο φαινόμενο και αξίζει να σταθούμε. Κατ’ αρχάς, είναι η σύγκριση με τον βρετανό ομόλογό του που τον ευνοεί, κάτι που άλλωστε σημειώνουν πολλοί από τους Βρετανούς που εξέφρασαν τον θαυμασμό τους για τον έλληνα Πρωθυπουργό με τα σχόλιά τους στα social media. Από την εποχή του Γουόλποουλ, το 1721, όταν δημιουργείται ο ρόλος του πρωθυπουργού, χωρίς να υφίσταται ακόμη ο τίτλος, έναν προς έναν να πιάσεις τους πρωθυπουργούς της Βρετανίας, πιο κωμική, αντισυμβατική και ασυνάρτητη περίπτωση από αυτή του Μπόρις Τζόνσον δεν βρίσκεις. Για τους σοβαρούς Βρετανούς, ο εκπεσμός του θεσμού στο πρόσωπο του Μπόρις είναι μία διαρκής ντροπή. Δεν χρειάζεται πια υπερβολική φαντασία για να τους νιώσουμε. Ετσι δεν ήταν για πολλούς από εμάς – τους περισσότερους, όπως απέδειξε η πορεία των πραγμάτων – όταν είχαμε πρόεδρο τον Προκόπιο Παυλόπουλο;

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Δεν αρκεί να μην είσαι ο Μπόρις, για να κερδίσεις αυτομάτως την εκτίμηση του βρετανικού κοινού. Ούτε ήταν λόγω των άριστων αγγλικών και μόνον. Η απόλυτη ευφράδεια στα αγγλικά είναι προϋπόθεση για να φτάσεις το συγκεκριμένο κοινό, χρειάζεται όμως να έχεις και το κατάλληλο μήνυμα για να μεταδώσεις. Ο ΓΑΠ, λ.χ., μιλά ακόμη καλύτερα τα αγγλικά από τον Κυριάκο, διότι είναι η μητρική του γλώσσα, είναι «native speaker». Στις πολλές εμφανίσεις του, όμως, στα διεθνή ΜΜΕ δεν απέσπασε ποτέ ενθουσιώδη σχόλια. Ισως επειδή ο Γιώργος «μιλούσε ιδέες», για να χρησιμοποιήσω τη δική του σύνταξη, και οι νεφελώδεις αερολογίες δεν περνάνε, ακόμη και αν είναι διατυπωμένες στα καλύτερα αγγλικά.

Ο Κυριάκος άρεσε στους Βρετανούς, επειδή είδαν έναν άνθρωπο με τετράγωνη λογική, έναν ήρεμο πραγματιστή, που ξέρει τι του γίνεται και τι συμβαίνει στον κόσμο. Γιατί να μην τους αρέσει; Τώρα, αν η εκτίμηση του κοινού έχει αντίκτυπο στην υπόθεση των γλυπτών του Παρθενώνα, αυτό είναι άλλη υπόθεση και την αφήνω για αύριο.

ΠΑΜΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ…

Οταν τραμπούκοι κάνουν πόρτα στο Πολυτεχνείο («από ποιο κόμμα είστε, παρακαλώ;») και δεν επιτρέπουν την είσοδο των εκπροσώπων της Βουλής, τότε είναι επόμενο ο Χαράλαμπος Αθανασίου να δηλώνει «γενιά του Πολυτεχνείου» και να μας αποκαλύπτει (με την ντροπαλότητα που φαντάζεσθε…) ότι βραβεύθηκε, ως φοιτητής, για ποίημά του, εμπνευσμένο από τους νεκρούς του ’73. Κατόπιν αυτού, ποιον αφορά το Πολυτεχνείο, όπως έχει καταντήσει η επέτειος; Πάμε παρακάτω, λοιπόν…

Να διευκρινίσω, ωστόσο, ότι δεν αμφισβητώ επ’ ουδενί την αντιστασιακή δράση του αγαπητού μου κ. Μπάμπη κατά την εξέγερση, ούτε κοροϊδεύω τα αισθήματά του για την επέτειο, κάθε άλλο. Απλώς, επισημαίνω το προφανές παράδοξο, λόγω του συντηρητικού στυλ του κ. Μπάμπη. Πώς να το κάνουμε; Δεν μπορώ να τον φανταστώ με στρατιωτικό αμπέχονο και αφάνα, αλλά μάλλον ως πρόσκοπο και… παιδί του κατηχητικού.

ΞΑΝΑ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ

Την αρνητική δημοσιότητα της υποψηφιότητάς του, ο ΓΑΠ την αποδίδει «σε εξωθεσμικά και άλλα κέντρα», με χθεσινή ανακοίνωσή του. Δεν το περιμένατε; Είναι φυσικό για τον Γιώργο να μη συνειδητοποιεί πολλά πράγματα για τον εαυτό του  – ειδάλλως δεν θα ήταν τώρα υποψήφιος. Καταφεύγει, λοιπόν, στη συνωμοσιολογία περί κέντρων, αδυνατώντας να αντιληφθεί γιατί ένα μέρος του κόσμου – το μεγαλύτερο κατά τις μετρήσεις – δεν συμμερίζεται μαζί του τη γνώμη που έχει για τον εαυτό του.

Αναμενόμενη η αντίδρασή του στην κριτική και λόγω ευγένειας του αίματος (δημοκρατικής ευγένειας, ασφαλώς).

Εκείνος που περίμενε ότι οι άλλοι θα απέσυραν τις υποψηφιότητές τους, ώστε ο ίδιος να είναι ξανά υποψήφιος χωρίς αντιπάλους, εκείνος που δέχεται να συζητήσει με τους άλλους υποψηφίους, μόνον μέσω διαλέξεων, επάνω σε γνωστά θέματα και με ανοικτά βιβλία, πώς να δεχθεί την κριτική; Τη θεωρεί «παρέμβαση στην εσωκομματική εκλογική διαδικασία», όπως επίσης αναφέρει στην ανακοίνωσή του.

Το τελευταίο ήταν κάτι που δεν το είχε υπόψη του ο Νίκος Μπίστης, όταν αρκετές ώρες πριν από την ανακοίνωση του ΓΑΠ έσπευσε να πάρει θέση υπέρ του Γιώργου, στρεφόμενος κατά των επικριτών του. Αλλά και αν το ήξερε ότι ο Γιώργος δεν θέλει παρεμβάσεις και πάλι θα το έκανε, από καλή πρόθεση, διότι νόμιζε ότι τον υπερασπιζόταν από τις επιθέσεις. Δεν ήξερε ότι τον καταδίκαζε, γιατί το χάρισμα του Μπίστη στην πολιτική αυτό είναι: να σηματοδοτεί εκ των προτέρων τους χαμένους αγώνες, τα ναυάγια της πολιτικής, μέσω της υποστήριξής του…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr