Η επανεμφάνιση του πρασίνου στα καμένα δάση είναι πάντα μια εικόνα από το μέλλον. Οπως λένε οι ειδικοί, στα καμένα πευκοδάση η αποκατάσταση μπορεί να επέλθει ύστερα από 15 έως 20 χρόνια. Ωστόσο, εκεί που υπάρχουν έλατα ο χρόνος αποκατάστασης ξεπερνάει τα 50 χρόνια, με ορισμένες περιπτώσεις να απαιτούν ακόμη μεγαλύτερο διάστημα. Αυτό σημαίνει πως οι γενιές που είδαν τα δάση από έλατα να καίγονται είναι πολύ δύσκολο να τα ξαναδούν κατάφυτα…

Και ενώ η μάχη με τις φλόγες είναι ακόμη σε εξέλιξη, άρχισε η συζήτηση για την επομένη ημέρα. Ενα από τα ζητήματα που τίθενται είναι αν πρέπει να περιοριστούμε στη φυσική αναγέννηση ή να ξεκινήσουν αναδασώσεις με βασικό ερώτημα αν είναι ορθό ή όχι να περιοριστούν οι εκτάσεις με πεύκα, τα οποία αναφλέγονται ταχύτερα σε σχέση με τα άλλα είδη δένδρων.

Το ερώτημα δεν είναι νέο. Το ίδιο και οι προσπάθειες να αντικατασταθούν τα πεύκα με άλλα είδη. Σύμφωνα με δασικούς, πριν από 33 χρόνια έγινε προσπάθεια να φυτευτούν βελανιδιές στην Πεντέλη, με στόχο να περιοριστούν τα πεύκα. Ειδικότερα, η προσπάθεια έγινε στο κάτω μέρος των πλαγιών και κατά μήκος ρεμάτων. Τα δένδρα αυτά, ωστόσο, αργούν να μεγαλώσουν.

«Η υποχρέωση διατήρησης της βιοποικιλότητας της χώρας μας απαιτεί τη χρησιμοποίηση των ειδών που προϋπήρχαν ώστε να μην αλλοιωθεί ούτε η φυσιογνωμία της περιοχής ούτε να μεταφερθεί γενετικό υλικό ειδών από άλλη περιοχή» επισημαίνει, μιλώντας στα «ΝΕΑ» η καθηγήτρια Οικολογίας στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της πρόσφατα σχηματισθείσας Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων της Ακαδημίας Αθηνών για τη μελέτη της ανθεκτικότητας των δασικών οικοσυστημάτων Μαργαρίτα Αριανούτσου-Φαραγγιτάκη.

Πεύκα Vs βελανιδιών

Οπως υποστηρίζει, είναι λανθασμένη η άποψη «εμπλουτισμού» των δασών ή ακόμη χειρότερα αντικατάστασης των πεύκων, τα οποία έχουν κατηγορηθεί απίστευτα τις μέρες αυτές, από άλλα είδη, περισσότερο βραδυφλεγή.

Σύμφωνα με την ίδια, η πρόταση αντικατάστασης των «κακών» πεύκων με τις «καλές» βελανιδιές είναι επίσης πρόχειρη, καθώς οι μεν φυλλοβόλες βελανιδιές δημιουργούν απίστευτα μεγάλες ποσότητες στρωμνής (νεκρού υλικού που έχουν απορρίψει), απαιτούν χαμηλότερες θερμοκρασίες και υψηλότερη βροχόπτωση, οι δε αείφυλλες πλησιάζουν στις απαιτήσεις της φυσιολογίας τους αυτές των φυλλοβόλων.

Ξενικά είδη και ακακία

Κατά την καθηγήτρια Οικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εγκληματική είναι και η επιλογή ειδών που είναι ξενικά ως προς τη βιοποικιλότητα της συγκεκριμένης περιοχής, αλλά και της χώρας. «Τέτοιο παράδειγμα είναι η ακακία, η οποία είναι ένα ιδιαίτερα απειλητικό εισβλητικό είδος για το οποίο η χώρα έχει την υποχρέωση (σ.σ.: απορρέει από τον Κανονισμό 1143/2014 της ΕΕ) να συντάξει σχέδιο διαχείρισης και ελέγχου της» συμπληρώνει. Την ίδια άποψη έχει και ο πρόεδρος του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας δρ Γεώργιος Καρέτσος.

«Πρέπει πάση θυσία να διατηρήσουμε τη βιοποικιλότητα των περιοχών που επλήγησαν από τις καταστροφικές πυρκαγιές. Γι’ αυτό είναι σημαντικό είναι να ξεκινήσουν αμέσως τα αντιδιαβρωτικά έργα ώστε να συγκρατηθεί το έδαφος» επισημαίνει και συμπληρώνει: «Κάθε προσπάθεια να αλλάξουμε τα είδη είναι μάταιη. Δεν μπορούμε να ανατρέψουμε τους φυσικούς νόμους».

Γιατί; Επειδή, όπως εξηγεί η Μαργαρίτα Αριανούτσου-Φαραγγιτάκη, το δάσος των κωνοφόρων έχει συγκεκριμένη σύνθεση, δομή και λειτουργία, γιατί οι πευκοβελόνες είναι τροφή για πλήθος εδαφόβιων οργανισμών και διότι η αποικοδόμησή τους δημιουργεί ειδικές συνθήκες οξύτητας στο έδαφος, οι οποίες θα αλλάξουν αν για παράδειγμα βάλουμε, όπως προτείνεται, χαρουπιές στα βουνά.

Κατά τον δρα Γεώργιο Καρέτσο «στο μεσογειακό περιβάλλον όλα καίγονται». Ωστόσο, όπως επισημαίνει, με ευθύνη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα μπορούσαν οι πόλεις και οι οικισμοί να θωρακιστούν αποτελεσματικά, αν γύρω και εντός αυτών επιλέγονται είδη περισσότερο πυράντοχα.

Κολυµβήθρα του Σιλωάµ

«Μετά από μεγάλες καταστροφές ανακοινώνονται και μεγάλες αποφάσεις – συνήθως ως η κολυμβήθρα του Σιλωάμ που ξεπλένει τις αμέλειές μας, τις χρόνιες παραλείψεις μας, την αδιαφορία για οτιδήποτε είναι έξω από το σπίτι μας» τονίζει η καθηγήτρια Οικολογίας.

«Μια από τις συνήθεις ανακοινώσεις είναι η απόφαση για αναδασώσεις». Ωστόσο, όπως διευκρινίζει: «Από το Σύνταγμα απορρέει η υποχρέωση της πολιτείας να κηρύξει μια καμένη δασική έκταση (πυκνό δάσος ή αραιό, θαμνώνα) ως αναδασωτέα. Αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να γίνουν αναδασώσεις αλλά να διατηρηθεί ο τύπος κάλυψης (χρήσης) γης, δηλαδή ο δασικός χαρακτήρας της περιοχής».

Η περίπτωση της Πάρνηθας μετά τις φωτιές του 2007

Η φωτιά ξέσπασε το μεσημέρι της 28ης Ιουνίου 2007 με αποτέλεσμα να αποτεφρωθούν συνολικά 48.744 στρέμματα, εκ των οποίων 36.338 αποτελούσαν τμήμα του Εθνικού Δρυμού.

Δυστυχώς, 14 χρόνια αργότερα, έγιναν και πάλι στάχτη πάνω από 30.000 στρέμματα δασικής έκτασης (εντός των ορίων αρμοδιότητας του Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού, πέραν των υπολοίπων γειτονικών δασικών εκτάσεων).

Μετά τα μέτρα αποκατάστασης που πάρθηκαν, στην Πάρνηθα διαπιστώθηκε πως η χαλέπιος πεύκη… αναγεννήθηκε μετά τη φωτιά και αναπτύχτηκε και πάνω από τα 700 μέτρα υψόμετρο, φθάνοντας ακόμη και στα 1.200 μέτρα όπου πριν υπήρχαν έλατα.

Σύμφωνα με έμπειρους δασολόγους, η ελάτη δεν δημιουργεί τόσο ισχυρές άμυνες όπως η χαλέπιος πεύκη, η οποία είναι εξειδικευμένη και αναγεννάται μέσα από τη φωτιά. Τα κλειστά κουκουνάρια ανοίγουν αμέσως μετά και διασκορπίζουν εκατομμύρια σπέρματα, τα οποία είναι ικανά να αναγεννήσουν το καμένο δάσος έπειτα από μερικά χρόνια.

Στην Πάρνηθα, ωστόσο, υπήρξε και ένα άλλο ζήτημα: Ο πληθυσμός των ελαφιών ήταν εξαιρετικά μεγάλος και αποτέλεσαν κίνδυνο για τα μικρά φυτεμένα έλατα τρώγοντας τους νέους βλαστούς και εμποδίζοντας κατά συνέπεια την ανάπτυξη των δένδρων.

Ο αριθμός των ελαφιών στη συνέχεια μειώθηκε αισθητά λόγω της εμφάνισης λύκων στην περιοχή. Επιπλέον, σε κάποια τμήματα του καμένου ελατοδάσους και τις φυτεύσεις απευθείας δενδρυλλίων ελάτης, εφαρμόστηκε η φύτευση μαύρης Πεύκης, είδος που δεν υπήρχε στην Πάρνηθα για τη δημιουργία προδάσους, προκειμένου, όπως λένε δασικοί, να δημιουργήσουν τις κατάλληλες συνθήκες σκίασης για να αναπτυχθούν τα έλατα.

Παρεμβάσεις μετά τον πρώτο χρόνο από την πυρκαγιά

Είναι, λοιπόν, απαραίτητες οι αναδασώσεις; «Σε γενικές γραμμές όχι, μια και τα οικοσυστήματα που καίγονται γνωρίζουν καλά πώς να αποκριθούν στις φωτιές, αφού τα μεσογειακού κλίματος οικοσυστήματα έχουν εξελιχτεί υπό την επίδραση της φωτιάς» υποστηρίζει η Μαργαρίτα Αριανούτσου-Φαραγγιτάκη.

Οπως εξηγεί, αν ο χρόνος του μεσοδιαστήματος δύο διαδοχικών πυρκαγιών είναι μικρότερος του απαραίτητου που καθορίζεται από τη βιολογία των ειδών, ώστε να ανακτήσουν τα βιολογικά τους αποθέματα μέσω των οποίων θα αναγεννηθούν, τότε ίσως χρειάζεται η παρέμβασή μας με υποστηρικτικές ενέργειες.

Εάν η εκτίμηση των ειδικών είναι πως δεν προβλέπεται να γίνει ικανοποιητική φυσική αναγέννηση των βασικών φυτικών ειδών (συνήθως το ενδιαφέρον της πολιτείας επικεντρώνεται στο δενδρώδες είδος, π.χ. πεύκο), είτε γιατί η περιοχή έχει ξανακαεί σε διάστημα μικρότερο των 20 χρόνων (ενδεικτική είναι η περίπτωση της Πεντέλης), είτε γιατί κάηκαν ψυχρόβια δάση κωνοφόρων που δεν «γνωρίζουν» τη φωτιά (βλέπε ελατοδάση Μαινάλου, ελατοδάση Ταΰγετου, ελατοδάση Πάρνηθας), τότε χρειάζονται προσεκτικά σχεδιασμένες δράσεις, οι οποίες καλό είναι να μη γίνονται τον πρώτο χρόνο μετά τη φωτιά, μια και το καμένο έδαφος είναι πολύ ευάλωτο, και το ποδοπάτημα θα το συμπιέσει, με πιθανή ενίσχυση της επιφανειακής απορροής αλλά και το τσαλαπάτημα των νεαρών αναβλαστημάτων και αρτιβλάστων.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο