Μ’ άρεσε πολύ ο στίχος «Να ζης. Να ζης και να θαυμάζης!» Είχα την αίσθηση ότι από τότε τα μάτια μου μεγάλωσαν, για να κοιτάζουν όλες τις ομορφιές του κόσμου. Πώς θαύμαζαν, ακόμα και τα πιο απλά! Κι έδειχνα μ’ ενθουσιασμό το θαυμασμό μου. Και πρώτ’ απ’ όλα, στους συμμαθητές μου. Ο ένας, διάνοια στα μαθηματικά. Ο άλλος, στην έκθεση. Ο τρίτος, στη φυσική. Και τους το έλεγα: «Είσαι σπουδαίος. Σε θαυμάζω!» Και κείνος με κοιτούσε με δυσπιστία, σαν να σκεφτόταν: «Με δουλεύεις;» Υπήρχαν και οι φίλοι, που με συμβούλευαν:

«Δεν κάνει να του μιλάς έτσι. Θα το πάρει απάνω του…»

«Ακόμα, ακόμα οι θαυμασμοί;» ρωτά ο ποιητής και απαντά:

«Ακόμα, ακόμα οι θαυμασμοί!»

«Ακόμα, ακόμα οι ελπίδες;»

«Ακόμα, ακόμα οι ελπίδες. […] Να ζης. Να υπάρχης για να ελπίζης!»

«Ακόμα σε ρουφάν οι αγάπες;»

«Ας είν’ οι αγάπες ευλογητές! […] Απ’ τα φτωχά της άνοιξης τριφύλλια ως τον άνθρωπο το δημιουργό δεν είν’ η αγάπη που όλα τ’ ανασταίνει; […] Να ζης. Να ζης για ν’ αγαπάς!»

Σεργιάνιζα μέσα στον κόσμο και πότε πότε άφηνα τον εαυτό μου να τον παρασέρνει ο άγριος άνεμος των γεγονότων. Ο άνεμος του μίσους. Ο άνεμος της βίας. Έτσι διαμορφώθηκε η βασική μου στάση απέναντι στους ανθρώπους, κι από κει οι ιδεολογικές και πολιτικές μου επιλογές. Η βία είναι άσχημη. Τη μισώ. Μπορεί, για να την πολεμήσω, να γίνω ακόμα και γύπας. Δεν λέω υπερβολές. Ένα κύμα ανεξήγητο γεννιέται μέσα μου βαθιά και σ’ ένα δέκατο του δευτερολέπτου τα παρασέρνει όλα. Εκείνη τη στιγμή δεν είμαι εγώ. Είναι ένας άλλος, που δεν υπολογίζει ούτε ποιος είμαι ούτε πού πάω ούτε τι θέλω. Εκείνη τη στιγμή βγάζει χαίτη και νύχια σαν το άγριο θηρίο. Γίνομαι ο ίδιος η αντι-βία… Από κει και πέρα, καταλαβαίνω τώρα κι εγώ γιατί έκανα εκείνο και όχι το άλλο. Πρώτα μίσησα τη βία και ύστερα συντάχτηκα με όσους και όποιους νόμιζα ότι τη μισούσαν και την πολεμούσαν, όπως κι εγώ. Κι αυτοί ήταν όμορφοι. Κι ας ήταν συχνά κακοφτιαγμένοι, αδύνατοι, βρόμικοι. Είχαν τη σφραγίδα της ομορφιάς στο μέτωπό τους. Καθένας φάνταζε μέσα μου σαν Αρχάγγελος Μιχαήλ. Τόσο απλά είναι τα πράγματα. Θα ‘θελα να μένω κλεισμένος στον εαυτό μου με τις σκέψεις, τη Μουσική και τα βιβλία μου.

*Απόσπασμα από το δίτομο αυτοβιογραφικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (τόμος Α’, σελ. 141-142).

Η σκέψη του μεγίστου των ποιητών, Κωστή Παλαμά, συντροφεύει τον μέγιστο των μουσουργών, Μίκη Θεοδωράκη, στο συναρπαστικό ταξίδι της ζωής του, που ξεκίνησε σαν σήμερα το μακρινό 1925.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο