Την άνοιξη του 2020, όταν το μεγαλύτερο μέρος της υφηλίου αντιμετώπιζε το πρώτο μαζικό φονικό κύμα της πανδημίας, μια παράξενη είδηση έκανε τον γύρο των διεθνών πρακτορείων και πέρασε, όχι ακριβώς απαρατήρητη, αλλά σίγουρα χωρίς να της δοθεί η έμφαση που θα της δινόταν εάν δεν απασχολούσαν την ανθρωπότητα πιο επείγουσες προτεραιότητες: τα θυρανοίξια ενός από τους μεγαλύτερους ορθόδοξους ναούς στον κόσμο, ύψους 95 μέτρων, στο θεματικό Πατριωτικό Πάρκο, 50 χιλιόμετρα από τη Μόσχα, προγραμματισμένα για την 9η Μαΐου, ημέρα κατά την οποία εορτάζεται κάθε χρόνο η συντριβή της ναζιστικής Γερμανίας από τη Σοβιετική Ενωση, επισκιάστηκαν από την απεικόνιση σε ψηφιδωτά του ναού δύο ιστορικών προσωπικοτήτων που δύσκολα θα τους κατέτασσες στη χορεία των αγίων: του Βλαντίμιρ Πούτιν και του Ιωσήφ Στάλιν.

Μολονότι ακόμη εν ζωή ο πρώτος, ο πρώην πράκτορας της KGB, σκανδάλισε λιγότερο με την άτυπη «αγιοποίησή» του από τον δεύτερο. Ισως επειδή πήρε τη σκυτάλη της εξουσίας από τον Μπορίς Γέλτσιν (προσφέροντάς του σε αντάλλαγμα ισόβια ασυλία από κάθε δικαστική δίωξη) το 2000, σχεδόν δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, και από την πρώτη στιγμή εκδήλωσε την αποστροφή του για το κομμουνιστικό (και δικό του) παρελθόν, καθώς και την αλλαγή κρατικής πλεύσης προς πιο αξιόπιστα ιδεολογικά λιμάνια, τουλάχιστον από πλευράς αντοχής στον χρόνο. Ο Σεργκέι Λαβρόφ, το αειθαλές φερέφωνο του Πούτιν στα διεθνή φόρα, δεν κουράζεται έκτοτε να επαναλαμβάνει, σε διάφορους αφοριστικούς τόνους και σε ποικίλης στάθμης ευήκοα ακροατήρια, αυτό που είχε εκμυστηρευθεί τον Ιούνιο του 2014 προς τα μέλη του Ρωσικού Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων: «Οι Δυτικοί άρχισαν να εκμεταλλεύονται τον ισχυρισμό ότι η Σοβιετική Ενωση, με την κομμουνιστική της θεωρία, παρέμεινε εντός του συστήματος ιδεών της Δύσης, ενώ η νέα Ρωσία (η Ρωσία του Πούτιν) χαρακτηρίζεται από την επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες, στις ρίζες της, στην Ορθοδοξία και, ως εκ τούτου, καθίσταται ακόμη λιγότερο φιλική προς τη Δύση».

Ο Λαβρόφ – κατ’ επέκτασιν, το αφεντικό του – είναι σαφής: η Ορθοδοξία και η Δύση πρεσβεύουν αξιακά συστήματα ασύμβατα μεταξύ τους· συνακόλουθα, τα συμφέροντα της Ορθοδοξίας ταυτίζονται με τα συμφέροντα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Η εξόφθαλμη λογική ακροβασία θα οδηγήσει τον πάντοτε φειδωλό και προσεκτικό στις καταγγελίες του ρώσο υπουργό Εξωτερικών – ιδίως στο timing των καταγγελιών του – να δηλώσει δημόσια εφέτος τον Μάιο πως η Ουάσιγκτον του Τζο Μπάιντεν προσπαθεί να διασπάσει την ενότητα του Ορθόδοξου Κόσμου και ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος «είναι ένα όργανο στα χέρια εκείνων που θέλουν να υπονομεύσουν τη θέση της Ορθοδοξίας». Καθαρές κουβέντες.  Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ, κατ’ ἐμοῦ ἐστι. Δεν το λέει ο Λαβρόφ αυτό. Εάν δώσουμε βάση στους ευαγγελιστές Ματθαίο και Λουκά, πρώτος το ξεστόμισε κάποιος σπουδαιότερος και από τον Πούτιν.

Εδώ αξίζει να επισημάνουμε ότι η αποστροφή του Πούτιν για το σταλινικό παρελθόν είναι επιλεκτική και αναμφίβολα δεν συμπεριλαμβάνει το πρόσωπο του ίδιου του σοβιετικού δικτάτορα, μια βελτιωμένη εκδοχή του οποίου – προς το λιγότερο δύσκαμπτο – θα επιθυμούσε να είναι και ο σημερινός ένοικος του Κρεμλίνου. Οσο για τη στάση που κράτησε ο Στάλιν απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, έχουν γραφτεί δεκάδες αντικρουόμενες μελέτες και το γεγονός ότι το τρομερό τέκνο της Γεωργίας πέρασε ένα φεγγάρι και από την Ιερατική Σχολή της Τιφλίδας -από όπου και αποβλήθηκε – περισσότερο συσκοτίζει την αληθινή στάση του παρά την αποκαλύπτει. Η αλήθεια είναι πως δεν κράτησε μια ενιαία συνεπή στάση που να πηγάζει από μια εξίσου αταλάντευτη ιδεολογική θέση. Ποτέ δεν ενστερνίστηκε το ορθόδοξο θρησκευτικό δόγμα – ή οποιοδήποτε άλλο, ειρήσθω εν παρόδω – παρότι το ύφος ιεροκήρυκα και οι κεραυνοί από τον άμβωνα διαπέρασαν τόσο τα (κατά τα λοιπά, αφόρητα βαρετά) κομματικά γραπτά του, όσο και -κυρίως – σημάδεψαν με πυρωμένη σφραγίδα το πεπρωμένο των αναρίθμητων θυμάτων του. Αντιμετώπισε την Εκκλησία άλλοτε με το μαστίγιο και άλλοτε με το καρότο. Από τον απηνή διωγμό των ιερέων και την πυρπόληση των ναών κατά τη διαβόητη περίοδο του «πολεμικού κομμουνισμού» και την κατοπινή οικοδόμηση του «σοσιαλισμού σε μια χώρα», όπου ο κλήρος αντιμετωπίστηκε αδυσώπητα ως ταξικός εχθρός, σύμμαχος και συνεργός των «αντεπαναστατικών» δυνάμεων, ο Στάλιν – κυριολεκτικά, εν μία νυκτί – δεν δίστασε να καταφύγει στον στοργικό εναγκαλισμό της Εκκλησίας προκειμένου να επιστρατευθεί η τελευταία στον υπέρ πάντων αγώνα για τη σωτηρία της σοβιετικής πατρίδας από τις χιτλερικές ορδές. Σε αντίθεση με ορισμένους από τους μεταπολεμικούς μικρόνοες μιμητές του – όπως τον Ενβέρ Χότζα ή τον Πολ Ποτ – ο Στάλιν κατανόησε ότι οι θρησκευτικοί διωγμοί δεν έχουν σαν αποτέλεσμα παρά να ατσαλώσουν την τυφλή πίστη των διωκομένων και να συμβάλουν στην πέραν κάθε ελέγχου διασπορά των ιδεών τους. Γιατί να σκοτώσεις και να προβιβάσεις σε οσιομάρτυρα εκείνον που κάλλιστα μπορείς να χειραγωγήσεις και να μεταμορφώσεις στον πιο πειθήνιο απόστολο της δικής σου θέλησης;

Εχω την αίσθηση ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όμοια με τους πιο πολλούς από τους κοινοβουλευτικούς άνδρες της – κατά Λαβρόφ – επάρατης Δύσης, δεν φανταζόταν ούτε στα πιο τρελά του όνειρα ότι θα βρισκόταν κάποτε στη δεινή θέση να αντιμετωπίσει ανάλογα διλήμματα με τους «αγιοποιημένους» αυταρχικούς ηγεμόνες της Ανατολής. Εικάζω ότι δεν συμπεριέλαβε ποτέ στις φιλοδοξίες του την απεικόνισή του σε οιοδήποτε ψηφιδωτό, ακόμη και στο πιο απομονωμένο ξωκλήσι του Ψηλορείτη. Ανεξάρτητα από την αυθεντικότητα ή μη των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, δεν θεωρώ απίθανο το ενδεχόμενο να πίστευε και αυτός, όπως η πλειονότητα των προκατόχων του στην πρωθυπουργία, ότι θα ξεμπέρδευε εύκολα κάνοντας τον σταυρό του ή ανάβοντας κανένα κερί στη χάση και στη φέξη. Αποκλείεται πάντως να υποψιαζόταν ότι, καθώς θα συμπλήρωνε δεύτερο χρόνο στην εξουσία, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως ένας από τους σκοτεινούς ενορχηστρωτές μιας παγκόσμιας συνωμοσίας για την εκθεμελίωση της Ορθοδοξίας και – επ’ ευκαιρία – την καταστολή των ατομικών ελευθεριών. Οχι. Σε ανάλογη διεθνή πλεκτάνη δεν θα ανέμενε να βρεθεί αναμεμειγμένος, ακόμη και αν ήταν βέβαιος πως τη σκαρφίστηκε ο Μελ Μπρουκς. Ούτε η Εκκλησία μας, όμως, περίμενε αντίστοιχους πονοκεφάλους. Μέσα σ’ ένα χρόνο μετατοπίστηκε από την «κόκκινη γραμμή» για τη θεία κοινωνία και τις μαγκιές με τις μάσκες στον εμβολιασμό ως «την αποκλειστική και επιστημονικά ελεγμένη λύση αναχαίτισης της εξάπλωσης του κορωνοϊού» και στην άρνηση του εμβολιασμού ως «αμαρτίας». Τουτέστιν; Ο ανορθολογισμός στην υπηρεσία του ορθολογισμού. Πολιτεία κι Εκκλησία; Κράτα με να σε κρατώ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο